🌙 Ήταν κάποτε μια ήσυχη πόλη, γεμάτη σπίτια, σχολεία και πάρκα… μα σχεδόν κανένα όνειρο. Οι μεγάλοι περπατούσαν βιαστικά και τα παιδιά είχαν ξεχάσει πώς είναι να παίζουν με τη φαντασία. Τα όνειρα είχαν μαζευτεί σαν σκόνη κάτω από τα κρεβάτια.
♦ Κανείς δεν το πρόσεξε στην αρχή. Μα ένα βράδυ, ακριβώς όταν το ρολόι έδειξε μεσάνυχτα, ο ουρανός γέμισε αθόρυβα με χρωματιστές γραμμές. Ήταν τα Λαμπούμπου — παράξενα μικρά πλασματάκια με γλυκές φατσούλες, αυτιά σαν λαγού, δόντια σαν σπασμένα αστέρια και με πολύχρωμες βαλίτσες που μύριζαν ζεστή σοκολάτα. Δεν μιλούσαν, δεν φώναζαν, μα ήξεραν πάντα πού έπρεπε να πάνε και τι έπρεπε να κάνουν.
♦ Πρώτα σταμάτησαν στο σπίτι της Άνιας. Η Άνια κάποτε ζωγράφιζε συνεχώς. Τώρα, το κουτί με τους μαρκαδόρους της ήταν κρυμμένο κάτω απ’ το κρεβάτι. «Δεν έχει νόημα», έλεγε «Κανείς δεν κοιτάζει τις ζωγραφιές μου πια.». Μα εκείνη τη νύχτα, ένα ροζ και ένα μωβ Λαμπούμπου άνοιξαν τη βαλίτσα τους και από μέσα βγήκε ένα φτερωτό πινέλο που πέταξε γύρω της, ζωγραφίζοντας στον αέρα ουράνια τόξα. Η Άνια χαμογέλασε. Χωρίς να το σκεφτεί, άνοιξε το κουτί της και άρχισε να ζωγραφίζει ξανά — όχι για να την καμαρώσει κανείς, αλλά γιατί ένιωσε κάτι όμορφο μέσα της να ξυπνά.
♦ Εκείνη την ώρα, λίγα στενά πιο πέρα σε ένα σπίτι, ο Νικόλας καθόταν μόνος του στο δωμάτιο. Τίποτα δεν τον έκανε να γελάει πια. Ούτε τα αστεία, ούτε οι σαπουνόφουσκες, ούτε καν τα νιαουρίσματα της γάτας του. Όλα του φαίνονταν βαρετά. Το πορτοκαλί Λαμπούμπου έφτασε σιγανά με μια βαλίτσα γεμάτη γέλια και μια μικρή, αόρατη φούσκα-γέλιου πέταξε και ακούμπησε τη μύτη του. Ο Νικόλας γέλασε. Πρώτα λίγο. Ύστερα περισσότερο. Τόσο, που ξύπνησε τη μαμά του. Και ξαφνικά θυμήθηκε ότι το γέλιο δεν χρειάζεται πάντα λόγο, αρκεί να θυμηθείς πως υπάρχει.
♦ Στο διπλανό τετράγωνο σε ένα άλλο σπίτι, η Δέσποινα καθόταν στο κρεβάτι της και κρατούσε σφιχτά ένα μαξιλάρι. Ήθελε να γίνει τραγουδίστρια, μα όταν την ρώταγαν στο σχολείο τι θα γίνει όταν μεγαλώσει, έλεγε «δεν ξέρω» και χαμήλωνε το βλέμμα. Το μπλε Λαμπούμπου πήγε με μια βαλίτσα που έβγαζε μουσική, μέσα είχε νότες-πεταλούδες και ένα μικρό, λαμπερό μικρόφωνο. Το άγγιξε και μια ήρεμη και απαλή μελωδία βγήκε από το στόμα της χωρίς να το σκεφτεί. Η φωνή της έμοιαζε με ποτάμι που ξαναβρήκε την πηγή του. Τραγούδησε μπροστά στον καθρέφτη, μετά στους φίλους της, κι ύστερα… σε μια σχολική γιορτή. Το όνειρο δεν φοβόταν πια. Είχε φωνή.
♦ Μα δεν ήταν μόνο εκείνη η νύχτα. Το επόμενο βράδυ, το κίτρινο Λαμπούμπου βρέθηκε δίπλα στον Ορέστη, που κοιτούσε σιωπηλά απ’ το παράθυρο του δωματίου του. Ένιωθε ότι κανείς δεν τον καταλάβαινε. Ότι ό,τι και να έκανε, κανείς δεν θα τον πρόσεχε. Μα όταν η βαλίτσα άνοιξε, ένα μικρό γράμμα πέταξε και στάθηκε στο μαξιλάρι του. Το άνοιξε. «Σε βλέπω. Και είσαι σπουδαίος όπως είσαι», έγραφε. Ήταν λίγες λέξεις. Μα του άλλαξαν τη ζωή. Την άλλη μέρα, πήγε στο σχολείο και μίλησε σε ένα παιδί που καθόταν μόνο του. Του χαμογέλασε. Και κάπως έτσι… φώτισε και τη δική του μέρα.
♦ Οι μέρες περνούσαν, και τα παιδιά άλλαζαν. Ξαφνικά στο σχολείο ακούγονταν τραγούδια, γέλια, ζωγραφιές, όνειρα. Κάθε παιδί κουβαλούσε μέσα του μια μικρή, αόρατη βαλίτσα — όχι σαν εκείνη των Λαμπούμπου, αλλά μια δικιά του, γεμάτη ελπίδα.
♦ Τα Λαμπούμπου; Κανείς δεν τα ξαναείδε καθαρά. Μα κάποια βράδια, αν είσαι ξύπνιος αργά, ίσως ακούσεις έναν απαλό ήχο στην ταράτσα. Και ίσως, πολύ διακριτικά, να δεις μια μικρή βαλίτσα να τρεμοπαίζει δίπλα στο παράθυρό σου.
♦ Γιατί τα Λαμπούμπου δεν έρχονται για να μείνουν. Έρχονται για να σου θυμίσουν πως όλα είναι ακόμη εκεί: τα γέλια, τα χρώματα, τα τραγούδια, τα βλέμματα. Το μόνο που χρειάζεται, είναι να ανοίξεις την καρδιά σου.
💖 Μήνυμα Παραμυθιού: Τα παιδιά δεν χρειάζονται πολλά για να ανθίσουν — μόνο φαντασία, αγάπη και λίγο μαγικό σπρώξιμο.
📜 Παραμύθι & εικόνα: © fairytalesworld.com
Για προσωπική χρήση μόνο – Απαγορεύεται η εμπορική αναδημοσίευση χωρίς άδεια.
Δες τους Όρους Χρήσης