Η Σχολή Ξωτικών και το Μυστικό Γλειφιτζούρι

✨Ήταν παραμονή Χριστουγέννων, και το μικρό χιονισμένο χωριό «Καραμελοχώρι» ήταν στολισμένο από άκρη σε άκρη: πολύχρωμα λαμπάκια, ζαχαρωτά στις πόρτες, χιονάνθρωποι με μαντίλια, και μυρωδιά κουραμπιέδων που έφτανε μέχρι και τα πιο ψηλά βουνά.

Η Δέσποινα, ένα μικρό κοριτσάκι με αστείρευτη περιέργεια και φαντασία, στεκόταν στο παράθυρό της και κοίταζε τις νιφάδες να πέφτουν.
Κάθε χρόνο τέτοια μέρα της άρεσε να μετράει τις τρεις πρώτες χιονονιφάδες, γιατί η γιαγιά της της είχε πει:

— «Αν κοιτάξεις προσεκτικά την τρίτη νιφάδα, θα δεις κάτι που δεν βλέπουν όλοι. Κάτι… μαγικό.»

✨Φέτος, η Δέσποινα το πίστεψε περισσότερο από ποτέ. Και πράγματι. Όταν η πρώτη νιφάδα έπεσε, ήταν λαμπερή και μεγάλη.
Η δεύτερη, λίγο μεγαλύτερη.
Αλλά η τρίτη… Η τρίτη δεν έπεσε.
Πέταξε.

Πέρασε μπροστά από το παράθυρό της κάνοντας μια μικρή σβούρα στον αέρα, σαν να την καλούσε να τη ακολουθήσει. Η Δέσποινα ξαφνιάστηκε.

— «Μα… οι νιφάδες δεν πετάνε!» είπε.

Όμως αυτή πετούσε. Και μάλιστα… έλαμπε ροζ.

Η Δέσποινα άρπαξε το παλτό της και βγήκε έξω στο χιόνι.
Η μαγική νιφάδα χόρευε μπροστά της, κατεβαίνοντας τον δρόμο του χωριού.

Την ακολούθησε…

Πέρασε από το φούρνο, από την παλιά γέφυρα, από το σπίτι του ζαχαροπλάστη, και τελικά κατέληξε μπροστά σε ένα μεγάλο, ξύλινο, παράξενο κτίριο που η Δέσποινα είχε ακουστά… αλλά ποτέ δεν είχε δει από κοντά.

Η Σχολή Ξωτικών

Το μέρος όπου —σύμφωνα με τους θρύλους— εκπαιδεύονταν τα πιο έξυπνα, πιο αστεία και πιο σκανταλιάρικα ξωτικά των Χριστουγέννων.

Η μαγική τρίτη νιφάδα στάθηκε μπροστά στην πόρτα και… έσκασε σε έναν μικρό ψίθυρο χρυσόσκονης.

Η Δέσποινα ένιωσε την καρδιά της να χτυπά δυνατά.

— «Ήρθα… σωστά;» είπε ψιθυριστά.

Και τότε είδε ότι η πόρτα της Σχολής Ξωτικών είχε ένα μικρό μεταλλικό σήμα πάνω της που έγραφε:

«Χτύπα, αν τολμάς να ανακαλύψεις τη μαγεία…»

Η Δέσποινα χαμογέλασε δειλά. Σήκωσε το χέρι της. Και…

ΤΟΚ-ΤΟΚ-ΤΟΚ χτύπησε διστακτικά.

Για λίγα δευτερόλεπτα… σιωπή.
Μόνο το χιόνι που έπεφτε απαλά και το φως από τα παράθυρα που τρεμόπαιζε.

Ξαφνικά ακούστηκε ένας ήχος από μέσα:
🎶 «ΜΠΟΥΜ! … ΚΛΙΝΓΚ! … ΜΠΑΜ-ΜΠΑΜ-ΜΠΑΜ!» 🎶
Σαν να έπεφταν κατσαρόλες, κουτιά, και… γλειφιτζούρια μαζί!

Η Δέσποινα έκανε δύο βήματα πίσω, με τα μάτια ορθάνοιχτα. Και τότε…
Η πόρτα άνοιξε απότομα και ένα σύννεφο πολύχρωμης χρυσόσκονης βγήκε έξω!

Μπροστά της στεκόταν ένα πολύ μικρό ξωτικό, με καπέλο στραμμένο στο πλάι και μια μεγάλη μουτζούρα από αλεύρι στη μύτη του.

— «Ωχ! Δεν περίμενα επίσκεψη!» είπε. «Εσύ πρέπει να είσαι η… ε… η… χμ… η κοπέλα που χτυπάει πόρτες;»

Η Δέσποινα γέλασε.
— «Είμαι η Δέσποινα. Ήρθα γιατί… ήθελα να δω τι υπάρχει εδώ μέσα.»

Το ξωτικό χαμογέλασε πλατιά.
— «Λοιπόν, Δέσποινα… έφτασες την κατάλληλη στιγμή. Έχουμε ένα μικρό πρόβλημα με ένα πολύ μεγάλο γλυφιτζούρι!»

Το μικρό ξωτικό κοίταξε δεξιά–αριστερά, σαν να φοβόταν μήπως κάποιος το ακούσει.
Έπειτα έσκυψε προς τη Δέσποινα και της ψιθύρισε:

— «Δέσποινα… υπάρχει κάτι που δεν πρέπει να το ξέρει κανείς. Ούτε οι δάσκαλοι, ούτε οι μεγάλοι μάγοι των Χριστουγέννων.»

Η Δέσποινα κατάπιε.
— «Τι;»

Το ξωτικό έβγαλε από την τσέπη του έναν μικροσκοπικό διπλωμένο χάρτη. Ήταν φτιαγμένος από παλιό χαρτί, με χρυσές γραμμές που άστραφταν σαν να ήταν ζωντανές.

— «Αυτός είναι ο Χάρτης του Χαμένου Γλειφιτζουρόπουλου», είπε το ξωτικό. «Ένας θρύλος λέει ότι κάπου στο χωριό κρύβεται ένα μικρό, μαγικό γλειφιτζουράκι που… που…»

Σταμάτησε έριξε μια ματιά τριγύρω και είπε στο αυτί της Δέσποινας.
— «…που μπορεί να πραγματοποιήσει μια ευχή σε αυτόν που το βρει!»

Η Δέσποινα άνοιξε διάπλατα τα μάτια της.

— «Μια ευχή; Οποιαδήποτε;»

— «Ο-ο-ο-οποιαδήποτε!» είπε το ξωτικό με ενθουσιασμό. «Αλλά… υπάρχει κι ένα πρόβλημα.»

Το ξωτικό πήρε μια βαθιά ανάσα.
— «Το γλειφιτζουράκι… έχει πόδια. Και τρέχει σαν τον άνεμο! Κανείς δεν έχει καταφέρει να το πιάσει μέχρι τώρα.»

Η Δέσποινα γέλασε.
— «Ένα γλειφιτζούρι με πόδια; Τι πάει να πει αυτό;»

— «Πρέπει να το δεις για να το πιστέψεις!» απάντησε το ξωτικό.

Της έβαλε τον χάρτη στα χέρια.

— «Μόνο ένα παιδί με καθαρή καρδιά μπορεί να το βρει. Και νομίζω πως αυτό το παιδί είσαι εσύ. Θες να βοηθήσεις;»

Η Δέσποινα ένιωσε την καρδιά της να χτυπά δυνατά. Μια περιπέτεια μόλις ξεκινούσε.

Πριν προλάβει η Δέσποινα να απαντήσει, η πόρτα της Σχολής Ξωτικών άνοιξε ξανά με φόρα και ένα δεύτερο ξωτικό πετάχτηκε έξω, λαχανιασμένο, κρατώντας έναν κουβά γεμάτο… χρωματιστές καραμέλες.

— «ΣΥΝΑΓΕΡΜΟΣ! ΣΥΝΑΓΕΡΜΟΣ!» φώναξε.
— «Το Γλειφιτζουρόπουλο… το είδα! ΤΡΕΧΕΙ προς την αγορά!»

Το πρώτο ξωτικό χτύπησε το μέτωπό του με απελπισία.
— «Πάλι; Μα πότε σταματάει αυτό το γλειφιτζουράκι;»

Το δεύτερο ξωτικό συνέχισε:
— «Πετούσε ζαχαρωτές σπίθες παντού! Και… και… πήδηξε πάνω από τον πάγκο με τα μελομακάρονα!»

Η Δέσποινα προσπάθησε να φανταστεί ένα μικρό γλειφιτζούρι με πόδια να κάνει σάλτο πάνω από μελομακάρονα και της ξέφυγε ένα γελάκι.

Το πρώτο ξωτικό γύρισε προς τη Δέσποινα με μάτια γεμάτα αποφασιστικότητα.

— «Δέσποινα, αυτή είναι η ευκαιρία σου! Αν το προλάβεις τώρα, μπορείς να το πιάσεις πριν σκορπίσει όλη τη ζάχαρη της αγοράς!»

Η Δέσποινα έσφιξε τον χάρτη της.
— «Πρέπει να πάω!» είπε.

— «Τότε… ΤΡΕΧΑ!» φώναξαν και τα δύο ξωτικά μαζί.

Η Δέσποινα έτρεξε μέσα στο χιονισμένο χωριό.
Καθώς πλησίαζε την αγορά, άκουσε φωνές, γέλια και κάτι σαν… τακ-τακ-τακ, λες και κάποια μικροσκοπικά ποδαράκια χτυπούσαν πάνω στα ξύλινα πατώματα των πάγκων.

Όταν έφτασε, είδε κόσμο μαζεμένο γύρω από έναν πάγκο με γλυκά.

— «Πέρασε από εδώ! Πέρασε από εδώ!» έλεγε ένας ζαχαροπλάστης.
— «Ήταν μικρό… και πολύ γρήγορο!»

Κάπου ανάμεσα στον κόσμο, μια φωτεινή ροζ και άσπρη γραμμή χρυσόσκονης έδειχνε την κατεύθυνση που είχε πάρει το μαγικό γλειφιτζουράκι.

Η Δέσποινα πήρε βαθιά ανάσα. Ήταν η στιγμή να το κυνηγήσει.

Η Δέσποινα στεκόταν μπροστά στη μακριά, λαμπερή ροζ–άσπρη γραμμή χρυσόσκονης που άφησε πίσω του το Γλειφιτζουρόπουλο.
Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά, σαν μικρό τυμπανάκι.

— «Από εδώ λοιπόν…» ψιθύρισε και έκανε το πρώτο βήμα.

Η χρυσόσκονη ήταν απίστευτη.
Όταν την κοιτούσε από κοντά, έμοιαζε να χορεύει μόνη της, να στριφογυρίζει σαν μικρές ζαχαρωτές νιφάδες που λάμπουν στο φως. Και μύριζε… βανίλια!

Η Δέσποινα την ακολούθησε ανάμεσα στους πάγκους της αγοράς.
Εκεί που πριν υπήρχε θόρυβος και φωνές, τώρα έβλεπε μικρά απρόσεκτα σημάδια ενός άτακτου γλειφιτζουριού :

✨ μελομακάρονα με πατημασιές
✨ κουραμπιέδες κομμένοι στη μέση
✨ μπακλαβαδάκια με… δαγκωνιές
✨ και ένα κουτί ζαχαρωτών που έτρεμε ακόμα

— «Τι σκανταλιάρικο γλειφιτζουράκι!» είπε γελώντας.

Η διαδρομή συνέχισε ανάμεσα σε σπίτια, πέρασε κάτω από ένα ξύλινο γεφυράκι και βγήκε σε ένα μικρό δρομάκι πίσω από την αγορά. Εκεί, η χρυσόσκονη σταματούσε μπροστά σε έναν χιονισμένο σωρό από ξύλα.

Η Δέσποινα πλησίασε αργά. Μπορούσε να ακούσει κάτι…
Τακ-τακ-τακ.
Ήχος από μικροσκοπικά βηματάκια.

Έσκυψε λίγο περισσότερο… Και τότε…

Ένα μικροκαμωμένο, ροζ–άσπρο γλειφιτζουράκι πετάχτηκε με φόρα, έκανε μια σβούρα στον αέρα και έτρεξε πίσω από μια αποθήκη γελώντας!

— «ΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ! Στάσου!» φώναξε η Δέσποινα και άρχισε να το κυνηγάει.

Το γλειφιτζουράκι ήταν γρήγορο. Πολύ γρήγορο.
Έτρεχε πάνω στο χιόνι αφήνοντας πίσω του μια μικρή γλυκιά θύελλα από χρυσόσκονη.

Αλλά η Δέσποινα δεν το έβαζε κάτω.

Και τότε το γλειφιτζουράκι έκανε κάτι αναπάντεχο:

Στάθηκε μπροστά σε μια πινακίδα που έγραφε:
«Μην Εισέρχεστε — Κίνδυνος Σκανταλιών!»

Έριξε μια ματιά στη Δέσποινα…
Της έκλεισε το… μικροσκοπικό του μάτι, και μπήκε μέσα από την πύλη ενός παλιού, εγκαταλειμμένου εργαστηρίου παιχνιδιών…

✨Η Δέσποινα στάθηκε μπροστά στην παλιά σιδερένια πύλη.
Το εργαστήριο παιχνιδιών ήταν μεγάλο, σκοτεινό και καλυμμένο με χιόνι. Οι σκιές του έμοιαζαν παράξενες… σαν να κουνιούνταν μόνες τους. Έσφιξε τον χάρτη στο χέρι της και έκανε ένα βήμα μέσα.

Το πρώτο πράγμα που ένιωσε ήταν η μυρωδιά παλιού ξύλου και… καραμέλας;
Το δεύτερο ήταν η απόλυτη ησυχία. Η Δέσποινα περπάτησε προσεκτικά.
Σε κάθε της βήμα το χιόνι έτριζε κάτω από τις μπότες της.

Το εργαστήριο είχε τεράστια παράθυρα καλυμμένα με παγετό.
Πολύχρωμα κομμάτια παιχνιδιών ήταν σκορπισμένα παντού — μισά στρατιωτάκια, καρουζέλ χωρίς άλογα, κουτιά μουσικής που δεν έπαιζαν πια.

Ξαφνικά άκουσε κάτι. ΤΑΚ!
Ένας μικρός ήχος, σαν κάποιον που χτυπούσε μια μπάλα κάτω.

Η Δέσποινα έστριψε το κεφάλι της.
Εκεί, στο βάθος, πίσω από ένα σπασμένο τραπέζι εργασίας, είδε ένα αχνό ροζ–άσπρο φως.

✨Το Γλειφιτζουρόπουλο.

Έκανε μικρές σβούρες στον αέρα σαν να την προκαλούσε.
Μετά έτρεξε πίσω από μια βαριά κουρτίνα.

— «Δεν θα μου ξεφύγεις αυτή τη φορά…» είπε η Δέσποινα χαμηλόφωνα και το ακολούθησε.

Τράβηξε την κουρτίνα… Και πίσω της βρισκόταν ένα τεράστιο δωμάτιο.
Στο κέντρο, ένα παλιό μηχάνημα παιχνιδιών με ρόδες, μοχλούς και καμπάνες.
Λες και κάποτε δημιουργούσε δώρα… αλλά τώρα ήταν σιωπηλό.

Το Γλειφιτζουρόπουλο πήδηξε πάνω σε έναν μοχλό και…
ΚΛΑΤΣ!

Το μηχάνημα άρχισε να τρίζει.
Οι ρόδες ξύπνησαν.
Μια καμπάνα χτύπησε.
Και ξαφνικά, ένας σωλήνας στο πλάι άρχισε να τρέμει.

Πριν προλάβει να αντιδράσει, φουουουφ!, μια τεράστια ποσότητα χρωματιστής ζάχαρης εκτινάχθηκε στον αέρα, πέφτοντας πάνω στη Δέσποινα σαν πολύχρωμη χιονοθύελλα!

— «ΑΑΑΑΑ!» φώναξε γελώντας καθώς η ζάχαρη κολλούσε στα μαλλιά και στα ρούχα της.

Το Γλειφιτζουρόπουλο χοροπηδούσε χαρούμενο.
Ήταν ξεκάθαρο: το έκανε επίτηδες.

Αλλά τότε…
Το μηχάνημα βγήκε τελείως εκτός ελέγχου!

Οι ρόδες άρχισαν να γυρίζουν τρελά, τα κουμπιά αναβόσβηναν και μια μεγάλη πόρτα στο πίσω μέρος άνοιξε με θόρυβο. Από μέσα ακουγόταν ένας παράξενος, ρυθμικός ήχος… σαν βήματα. Όχι ενός παιχνιδιού. Όχι ενός ξωτικού. Κάτι μεγαλύτερου.

✨Η Δέσποινα κοίταξε την ανοιχτή πόρτα στο βάθος και μετά το σκανταλιάρικο γλειφιτζουράκι που ετοιμαζόταν να ξεφύγει για άλλη μια φορά.

«Όχι αυτή τη φορά!» είπε αποφασιστικά.

Με μια γρήγορη κίνηση, πριν το Γλειφιτζουρόπουλο προλάβει να πηδήξει από τον μοχλό, η Δέσποινα άπλωσε τα χέρια της και το άρπαξε στον αέρα!

— «ΤΟ ΠΙΑΣΑ!»

Το μικρό γλειφιτζουράκι άρχισε να κουνιέται σαν τρελό.
Έκανε μικροσκοπικές δονήσεις, σαν να ήταν ηλεκτρισμένο από γλύκα και μαγεία.
Η ροζ–άσπρη χρυσόσκονη πετούσε παντού, στο πρόσωπο της Δέσποινας, στα ρούχα της, μέχρι και στα παπούτσια της.

— «Σταμάτα! Σταμάτα! Δεν θέλω να σου κάνω κακό!» είπε η Δέσποινα.

Το γλειφιτζουράκι πάγωσε απότομα.
Γύρισε προς το μέρος της και… άνοιξε δύο μικροσκοπικά ματάκια από ζαχαρόπαστα.

— «Μικρή… δεν πιάνομαι εύκολα!» είπε με μια λεπτή, παιχνιδιάρικη φωνή.
— «Είσαι η πρώτη που με έπιασε εδώ και τόσα χρόνια!»

Η Δέσποινα ξαφνιάστηκε.
— «Μι… μιλάς;»

Το γλειφιτζουράκι έκανε μια περήφανη στροφή.
— «Φυσικά μιλάω! Είμαι ένα γλειφιτζούρι εξαιρετικής ποιότητας!»

Πριν όμως προλάβει να πει κάτι άλλο, ο παράξενος ρυθμικός ήχος από την ανοιχτή πόρτα δυνάμωσε.

ΤΑΚ… ΤΑΚ… ΤΑΚ… ΤΑΚ…
Σαν μεγάλα, βαριά βήματα.

Το γλειφιτζουράκι σταμάτησε το κούνημα.
Γύρισε προς την πόρτα και ψιθύρισε έντονα:

— «Ωχ. Αυτό δεν είναι καλό. Ο Φρουρός Παιχνιδιών ξύπνησε!»

Η Δέσποινα κατάπιε δύσκολα.

— «Ο… ποιος;»

Το Γλειφιτζουρόπουλο έκλεισε τα μάτια του δραματικά.

— «Ο γίγαντας από ξύλο και γρανάζια που προσέχει αυτό το εργαστήριο! Αν με δει πιασμένο, θα νομίσει ότι με κλέβεις! Πρέπει να… πρέπει να… τρέξουμε!»

Πριν προλάβει να αντιδράσει η Δέσποινα, ένα τεράστιο σχήμα άρχισε να βγαίνει από την πόρτα.
Μπορούσε να δει μόνο τη σκιά του — τεράστιο κεφάλι, φαρδιούς ώμους, και μηχανικά μέρη που έτριζαν.

ΤΑΚ… ΤΑΚ… ΤΑΚ.

— «Εεεε…» είπε η Δέσποινα, «από πού τρέχουμε;»

Το γλειφιτζουράκι άρχισε να φωνάζει πανικόβλητο.

— «Υπάρχει μια έξοδος από την άλλη πλευρά! ΑΛΛΑ πρέπει να περάσουμε από το δωμάτιο με τις παγίδες παιχνιδιών!»

Η Δέσποινα, σφιχτά κρατώντας το Γλειφιτζουρόπουλο στα χέρια της, πήρε μια βαθιά ανάσα και άρχισε να τρέχει!
Πίσω της, ο Φρουρός Παιχνιδιών έκανε βαριά, μεταλλικά βήματα που έκαναν το πάτωμα να τρέμει.

ΤΑΚ… ΤΑΚ… ΤΑΚ…

— «Πιο γρήγορα! ΠΙΟ ΓΡΗΓΟΡΑ!» φώναζε το γλειφιτζουράκι.
— «Πριν μας κάνει… παιχνίδια! Και όχι τα καλά!»

Η Δέσποινα έστριψε σε έναν διάδρομο γεμάτο σπασμένα κουτιά και παλιά σκοινιά.
Στο τέλος του διαδρόμου υπήρχε μια ξύλινη πόρτα με μια φθαρμένη ταμπέλα:

“ΔΩΜΑΤΙΟ ΔΟΚΙΜΩΝ ΠΑΙΧΝΙΔΙΩΝ”

(Μόνο για ξωτικά. Μην αγγίζετε τίποτα. ΠΟΤΕ.)

— «Ωχ… αυτό δεν ακούγεται καλό.» μουρμούρισε η Δέσποινα.

— «ΤΕΛΕΙΟ! Ανοίξ’ την!» είπε το γλειφιτζουράκι ενθουσιασμένο.

— «Είσαι τρελό;» απάντησε εκείνη. «Λέει να μην μπει κανείς!»

— «Ακριβώς! Άρα κανείς δε θα μας αναζητήσει εκεί!»

Πριν προλάβει να το σκεφτεί, η βαριά σκιά του Φρουρού εμφανίστηκε στη στροφή του διαδρόμου.

— «Τρέχουμε!» είπε η Δέσποινα και έσπρωξε την πόρτα.

Με ένα ΚΡΑΑΑΑΚ, η πόρτα άνοιξε απότομα και οι δυο τους μπήκαν μέσα. Μόλις έκλεισε η πόρτα πίσω τους, η Δέσποινα πάγωσε. Το δωμάτιο ήταν γεμάτο… παιχνίδια.
Όχι συνηθισμένα. Πελώρια. Κινούμενα.
Και ξεκάθαρα αποφασισμένα να κάνουν όποιον μπει… στόχο εξάσκησης.

— «Καλώς ήρθες στο δωμάτιο με τα παιχνίδια που στήνουν παγίδες!» ανακοίνωσε το γλειφιτζουράκι σαν τηλεοπτικός παρουσιαστής.
— «Πρόσεχε μην πατήσεις»

ΠΟΙΝΓΚ!

Ένα τεράστιο ελατήριο-πιγκάλω εμφανίστηκε από το πουθενά και πέταξε μια χιονόμπαλα απευθείας στο κεφάλι της Δέσποινας.

— «Ααα!» Αλλά… γέλασε. Ήταν αστείο.

Μέχρι που το ελατήριο ετοιμάστηκε να ξαναχτυπήσει.

— «Τρέξε!» φώναξε το γλειφιτζουράκι.

Η Δέσποινα άρχισε να διασχίζει το δωμάτιο.
Δεξιά, ένας στρατός από ξύλινα στρατιωτάκια χτυπούσε τα τύμπανά του τόσο δυνατά που ο αέρας έτρεμε.
Αριστερά, ένα γιγάντιο κουτί -τζακ-ιν-δε-μπόξ ετοιμαζόταν να πεταχτεί.

Προχώρησε γρήγορα ανάμεσα σε ιπτάμενες χιονόμπαλες, σπινθηροβόλα παιχνίδια-αράχνες και μηχανικά αλογάκια που κάλπαζαν χωρίς αναβάτη.

— «Είμαστε κοντά!» φώναξε το γλειφιτζουράκι.
— «Στο τέλος του δωματίου είναι η έξοδος του εργαστηρίου!»

Αλλά την ίδια στιγμή…

ΜΠΟΥΜ!

Κάτι τεράστιο έπεσε μπροστά τους.

Ένα πελώριο ξύλινο αρκουδάκι, τριών μέτρων ύψος, με γυαλιστερά κουμπιά για μάτια και μια μπάλα στο χέρι, τους έκλεισε τον δρόμο. Χαμογέλασε… αλλά όχι φιλικά.

— «Ωχ.» είπε το γλειφιτζουράκι. «Αυτό είναι το Τεστάκι. Ελέγχει ποιος μπορεί να περάσει.»

Το αρκουδάκι ύψωσε την τεράστια μπάλα του. Η Δέσποινα ένιωσε την καρδιά της να ανεβαίνει μέχρι τον λαιμό. Το τεράστιο ξύλινο αρκουδάκι σήκωσε τη μπάλα του, έτοιμο να την εκτοξεύσει.
Η Δέσποινα ένιωσε πως δεν είχε χρόνο να σκεφτεί.

— «ΚΡΥΨΟΥ!» φώναξε το γλειφιτζουράκι.

— «Όχι — ΤΡΕΧΟΥΜΕ!» απάντησε εκείνη.

Η μπάλα εκτοξεύτηκε με δύναμη, περνώντας από δίπλα τους με ένα βουυυυυουουμ! και χτυπώντας το πάτωμα πίσω τους.
Το δωμάτιο σείστηκε.

Αυτό ήταν το σημάδι της.

Η Δέσποινα έσκυψε, έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, πέρασε κάτω από το χέρι του αρκούδου και γλίστρησε πλάι του, τόσο κοντά που άκουγε τα γρανάζια του να τρίβονται.

— «ΜΠΡΑΒΟΟΟΟ!» φώναξε το Γλειφιτζουρόπουλο, που κουνιόταν στα χέρια της από ενθουσιασμό.
— «Αυτό δεν το έχουν κάνει ούτε ξωτικά δέκα φορές πιο γρήγορα!»

Το αρκουδάκι προσπάθησε να γυρίσει, αλλά ήταν πολύ βαρύ.
Τα γρανάζια του έτριζαν, οι αρθρώσεις του κολλούσαν.

Και τότε…
ΚΛΑΑΑΑΑΚ!

Η είσοδος προς την έξοδο άνοιξε μπροστά τους σαν χάρτινη πόρτα.

✨Η Δέσποινα πέρασε τρέχοντας μέσα από αυτή και βρέθηκε σε έναν μικρό διάδρομο που οδηγούσε προς την πίσω αυλή του εργαστηρίου παιχνιδιών. Επιτέλους μια ανάσα ελευθερίας.

Μόλις βγήκε έξω, έκλεισε την πόρτα πίσω της και ακούμπησε στον τοίχο, λαχανιασμένη. Το Γλειφιτζουρόπουλο αναστέναξε με ανακούφιση.

— «Ωωωωω, αυτό ήταν ηρωικό. Ηρωικό, λέμε! Μπορώ να σε κάνω αφίσα στο δωμάτιό μου;»

Η Δέσποινα γέλασε.
Για πρώτη φορά, ένιωσε πως είχε γίνει μέρος μιας πραγματικά μαγικής περιπέτειας.

Όμως τότε θυμήθηκε την ευχή

Κρατώντας το γλειφιτζουράκι μπροστά της, ρώτησε:

— «Τώρα που σε έπιασα… μπορώ να κάνω την ευχή;»

Το Γλειφιτζουρόπουλο σταμάτησε να χοροπηδά.

— «Ναι… αλλά υπάρχει κάτι που πρέπει να ξέρεις.»

Η φωνή του έγινε λίγο πιο σοβαρή.

— «Μπορώ να πραγματοποιήσω μόνο μια ευχή που έρχεται από την καρδιά. Όχι από το μυαλό. Όχι από επιθυμία για δώρα ή παιχνίδια. Μόνο κάτι αληθινό. Κάτι πολύ σημαντικό για εσένα.»

Η Δέσποινα σκέφτηκε. Σιωπηλά. Με προσοχή. Ώσπου τα μάτια της έλαμψαν. Ήξερε…

Η Δέσποινα κράτησε το μικρό, ζωηρό γλειφιτζουράκι στα χέρια της και ένιωσε ένα ζεστό κύμα να περνάει μέσα από την καρδιά της.

— «Η ευχή μου…» άρχισε να λέει απαλά, «είναι να ξαναζωντανέψει το εργαστήριο παιχνιδιών. Να ξαναφτιάχνει δώρα για όλα τα παιδιά. Να μην μείνει ποτέ ξανά κλειστό και σκονισμένο.»

Το Γλειφιτζουρόπουλο άνοιξε διάπλατα τα μάτια του — αυτή τη φορά όχι παιχνιδιάρικα, αλλά συγκινημένα.

— «Αυτή… είναι μια αληθινή ευχή. Μια ευχή που δεν είναι μόνο για εσένα… αλλά για όλους.»

Η χρυσόσκονη γύρω τους άρχισε να σηκώνεται στον αέρα, σαν πολύχρωμο χιόνι που χορεύει.

— «Ετοιμάσου…» είπε το γλειφιτζουράκι.

Και πριν η Δέσποινα προλάβει να μιλήσει

ΜΠΑΦ!

✨Μια τεράστια έκρηξη φωτός ξεχύθηκε από τα χέρια της και τύλιξε ολόκληρο το παλιό εργαστήριο παιχνιδιών.

Οι τοίχοι άρχισαν να τρίζουν.
Οι παλιές μηχανές που είχαν σιωπήσει χρόνια τώρα άναψαν ξανά.
Τα γρανάζια έκαναν το πρώτο τους γύρισμα.
Οι καμπάνες άρχισαν να χτυπούν ένα χαρούμενο, γιορτινό ρυθμό.

Ντινγκ-ντονγκ! Ντινγκ-ντονγκ!

Όλα τα σπασμένα παιχνίδια σηκώθηκαν από το πάτωμα και άρχισαν να επισκευάζονται μόνα τους.
Το γιγάντιο αρκουδάκι καθάρισε τη γούνα του και χαμογέλασε.
Το καρουζέλ άρχισε να γυρίζει απαλά, παίζοντας μια μελωδία που έκανε το χιόνι να λάμπει.

Ακόμη και ο Φρουρός Παιχνιδιών, που είχε φτάσει πια στην αυλή, σταμάτησε να βαριανασαίνει από τα γρανάζια του. Τα μάτια του ηρέμησαν.
Χαμήλωσε το κεφάλι του έκπληκτος.

Ολόκληρο το εργαστήριο…
ξύπνησε.

Και για πρώτη φορά μετά από πολλές δεκαετίες, οι καμινάδες του άρχισαν να καπνίζουν γλυκιά μυρωδιά καραμέλας. Το Γλειφιτζουρόπουλο κοίταξε τη Δέσποινα με καμάρι.

— «Ξέρεις… πολλοί με ήθελαν για την ευχή. Μα εσύ… εσύ διάλεξες μια ευχή που χάρισε χαρά σε όλους. Γι’ αυτό και ήσουν η μόνη που μπόρεσε να με πιάσει.»

Η Δέσποινα κοκκίνισε.

— «Ήθελα όλοι να χαρούν… όχι μόνο εγώ.»

Το γλειφιτζουράκι χαμογέλασε.

— «Και τώρα, μικρή Δέσποινα… ήρθε η ώρα να πω αντίο.»

Άρχισε να λάμπει, να γίνεται διάφανο, σαν σταγόνα φωτός.

— «Μην ανησυχείς. Θα είμαι εδώ… κάθε φορά που ένα παιδί γελάει καθώς παίζει. Η μαγεία μένει πάντα εκεί που υπάρχει καλή καρδιά.»

Και με ένα τελευταίο πιου!, εξαφανίστηκε μέσα σε ένα σύννεφο χρυσόσκονης.

Η Δέσποινα κοίταξε γύρω της.
Το εργαστήριο έλαμπε σαν καινούριο.
Τα παιχνίδια χόρευαν, τα ξωτικά έτρεχαν γελώντας παντού και το χιόνι έπεφτε απαλά, σαν να γιόρταζε κι αυτό.

Ήταν το πιο όμορφο, το πιο μαγικό, το πιο χριστουγεννιάτικο τέλος που θα μπορούσε να φανταστεί.

Την επόμενη μέρα, το χωριό γέμισε χαρές.

✨Το παλιό εργαστήριο άνοιξε ξανά επίσημα, με τα ξωτικά να δουλεύουν χαρούμενα και να φτιάχνουν δώρα για όλα τα παιδιά του κόσμου.
Και στη μέση όλων… Η Δέσποινα.
Το κοριτσάκι με τη μεγάλη καρδιά.

Κάθε Χριστούγεννα από τότε, το εργαστήριο άναβε ένα ξεχωριστό φως μόνο για εκείνη.
Το «Φως της Ευχής».
Και όλοι ήξεραν πως χωρίς αυτήν… η μαγεία δεν θα είχε επιστρέψει.


🌟 ΤΕΛΟΣ 🌟


📜 Παραμύθι & εικόνα: © fairytalesworld.com
Για προσωπική χρήση μόνο – Απαγορεύεται η εμπορική αναδημοσίευση χωρίς άδεια.
Δες τους Όρους Χρήσης

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή