🐾 Σε μια μικρή κοιλάδα, γεμάτη λουλούδια και κελαρυστά ρυάκια, ζούσε ένα αγόρι με μεγάλα καστανά μάτια. Το όνομά του ήταν Λέανδρος, κι είχε πάντα στο πλευρό του έναν σκύλο με ζεστό τρίχωμα και μάτια γεμάτα καλοσύνη που τον έλεγαν Μπρούνο.
✦ Ο Μπρούνο ήταν κάτι παραπάνω από σκύλος. Ήταν ο καλύτερος φίλος του Λέανδρου, ο σύντροφός του στα παιχνίδια, ο φρουρός των ονείρων του τα βράδια. Από κουτάβι, είχε κοιμηθεί δίπλα του, είχε τρέξει πίσω του και τον παρηγορούσε με ένα γλείψιμο όταν έκλαιγε.
✦ Το σπίτι τους ήταν ξύλινο, ζεστό, γεμάτο μυρωδιές από σούπες και φρεσκοψημένο ψωμί. Η αυλή είχε μια κούνια, μια συκιά, και μια ροζ αζαλέα που μύριζε υπέροχα την άνοιξη. Εκεί περνούσαν τις πιο όμορφες μέρες τους.
✦ Ένα πρωινό του Μάη, ο Λέανδρος ξύπνησε με την καρδιά του να χτυπά από ενθουσιασμό.
«Μπρούνο!» φώναξε.
«Σήμερα θα πάμε στο Μεγάλο Δάσος, να βρούμε φράουλες!» Ο Μπρούνο κούνησε χαρούμενα την ουρά του και πήδηξε πάνω του, γεμίζοντας τον με φιλιά.
✦ Η μαμά του τους ετοίμασε ένα καλαθάκι με νερό και ένα σάντουιτς με μέλι. «Προσέχετε και να μην πάτε πολύ βαθιά», είπε με φωνή που ήταν μισή χαμόγελο και μισή ανησυχία.
✦ Το δάσος άρχιζε λίγο πιο έξω από το χωριό. Τα δέντρα ψιθύριζαν ιστορίες με τα φύλλα τους και οι ακτίνες του ήλιου περνούσαν σαν χρυσές κορδέλες ανάμεσα στα κλαδιά. Πουλιά τραγουδούσαν και κάθε τόσο, ένα σκιουράκι περνούσε σαν αστραπή από μπροστά τους.
✦ Ο Λέανδρος γελούσε. Έβρισκε φράουλες και τις έβαζε στο καλαθάκι. Ο Μπρούνο τον ακολουθούσε, με τη μύτη του μέσα στα φύλλα και κάθε τόσο τον πρόσεχε να μην πατήσει κάτι αιχμηρό. Ήταν σαν ένας αόρατος φύλακας.
✦ Μα όσο περνούσε η ώρα, ο ουρανός άλλαζε. Σύννεφα σκούρα, γεμάτα βροχή, μαζεύτηκαν από πάνω τους. Ένας αέρας κρύος σηκώθηκε, και το τραγούδι των πουλιών σταμάτησε.
✦ Ένα ξαφνικό μπουμπουνητό έκανε τον Λέανδρο να τρομάξει. Γύρισε να βρει τον Μπρούνο… αλλά δεν τον έβλεπε πουθενά και τότε τρόμαξε πολύ. Άρχισε να τρέχει ανάμεσα στα δέντρα, φωνάζοντας: «Μπρούνο! Μπρούνο!» — μα δεν έπαιρνε απάντηση.
✦ Τελικά, σταμάτησε λαχανιασμένος. Δεν ήξερε πού ήταν, όλα έμοιαζαν ίδια. Τα δέντρα του φαίνονταν πιο ψηλά από ποτέ. Η βροχή άρχισε να πέφτει και ο μικρός κάθισε κάτω από έναν πλάτανο και άρχισε να κλαίει.
✦ Εκείνη τη στιγμή, από μακριά, μια μορφή φάνηκε ανάμεσα στους κορμούς. Ήταν ο Μπρούνο, βρεγμένος, μα αποφασισμένος. Μύριζε τον αέρα, τα χόρτα, τη γη — ώσπου βρήκε τον Λέανδρο. Έτρεξε κοντά του, τον έγλειψε στο πρόσωπο και του έβαλε απαλά το κεφάλι στο γόνατο.
✦ Ο Λέανδρος έκλαιγε, αλλά τώρα από ανακούφιση. «Με βρήκες…» είπε σιγανά. Ο Μπρούνο δεν απάντησε. Μόνο έμεινε δίπλα του, ακίνητος σαν ασπίδα, μέχρι που πέρασε η καταιγίδα.
✦ Όταν ο ουρανός ξαναφώτισε και τα πουλιά άρχισαν ξανά να κελαηδούν, ο Μπρούνο σήκωσε το κεφάλι του. Έδειξε με τη μύτη του τον δρόμο του γυρισμού. Ήξερε πώς να πάνε σπίτι.
✦ Βαδίζοντας μέσα στις λάσπες, ο Μπρούνο προστάτευε τον μικρό του φίλο με το σώμα του, μέχρι που είδαν ξανά το φως του σπιτιού. Η μαμά τούς αγκάλιασε και τους δύο μαζί, βρεγμένους, κουρασμένους — αλλά ασφαλείς.
✦ Από εκείνη τη μέρα, ο Λέανδρος έλεγε σε όλους ότι ο Μπρούνο δεν ήταν απλώς ένας σκύλος. Ήταν ο ήρωάς του. Αυτός που άκουγε την καρδιά του και ακολουθούσε τη μυρωδιά της αγάπης.
✦ Ο Μπρούνο, βέβαια, δεν μίλησε ποτέ. Δεν χρειάστηκε. Η αγάπη του φαινόταν σε κάθε βλέμμα, σε κάθε βήμα, σε κάθε κούνημα της ουράς.
✦ Γιατί έτσι αγαπούν τα σκυλιά. Χωρίς όρους, χωρίς αντάλλαγμα, χωρίς τέλος.
📜 Παραμύθι & εικόνα: © fairytalesworld.com
Για προσωπική χρήση μόνο – Απαγορεύεται η εμπορική αναδημοσίευση χωρίς άδεια.
Δες τους Όρους Χρήσης