Ο Λύκος που δεν ούρλιαξε ποτέ

🐺 Στην άκρη ενός πυκνού δάσους, κάτω από φεγγάρια που άλλαζαν χρώματα ανάλογα με την εποχή, ζούσε μια αγέλη λύκων. Κάθε βράδυ οι λύκοι του δάσους ανέβαιναν ψηλά στον λόφο και ούρλιαζαν όλοι μαζί, γεμίζοντας το σκοτάδι με ένα περίεργο τραγούδι για τη ζωή, τον φόβο και τη χαρά.
✦ Στην ίδια αγέλη μεγάλωσε κι ένα λυκόπουλο που το έλεγαν Άρη. Είχε μάτια γλυκά, γκρι γούνα μα και κάτι παράξενο: δεν μπορούσε να βγάλει ήχο. Όσο κι αν άνοιγε το στόμα του, δεν έβγαινε ούτε ψίθυρος.
✦ Οι μεγάλοι λύκοι ανησυχούσαν. «Χωρίς ουρλιαχτό, πώς θα φωνάξει για βοήθεια;» έλεγαν. Τα λυκόπουλα πείραζαν τον Άρη: «Ε, Σιωπηλέ, βρήκες τη φωνή σου;» Εκείνος χαμογελούσε αμήχανα και έτρεχε να κρυφτεί πίσω από τα πεύκα.
✦ Μόνη του παρηγοριά ήταν η γιαγιά-λύκαινα, η Σκιά. Καθόταν δίπλα του, έγλειφε το κεφάλι του και του ψιθύριζε: «Η φωνή δεν είναι μόνο ήχος. Καμιά φορά είναι πράξη.»
✦ Ένα φθινοπωρινό βράδυ, μια ασυνήθιστη καταιγίδα πλησίασε. Μαύρα σύννεφα τύλιξαν το δάσος, κεραυνοί φώτιζαν το σκοτάδι και ο άνεμος μούγκριζε δυνατότερα από κάθε λύκο.
✦ Η αγέλη έτρεξε στο Σπήλαιο του Βουνού, στη μυστική τους κρυψώνα, που εκεί πήγαιναν όταν κινδύνευαν. Καθώς στροβιλίζονταν τα φύλλα, οι λύκοι ανακάλυψαν πως δύο λυκόπουλα έλειπαν: ο μικρός Κρέος κι η αδελφούλα του, η Μάρα.
✦ Ο άνεμος σκέπαζε τα ουρλιαχτά των μεγάλων λύκων. Κανείς δεν άκουγε κανέναν. Ο Άρης κοίταξε τον πατέρα του, τα μάτια του γυάλιζαν από αγωνία. Τα λυκόπουλα ήταν έξω και κινδύνευαν.
✦ Χωρίς να σκεφτεί, ο Άρης δραπέτευσε από το σπήλαιο. Η βροχή του χτυπούσε τη μουσούδα, τα καταπλακωμένα κλαδιά του γρατζούναγαν τη γούνα, μα εκείνος συνέχιζε. Είχε μάθει να «ακούει» το δάσος μέσα στη σιωπή του· ένιωθε το χώμα να τρέμει, τα φύλλα να ψιθυρίζουν, το νερό να του δείχνει το μονοπάτι.
✦ Βρήκε πρώτα τον Κρέο, πιασμένο σ’ ένα δέντρο που είχε πέσει. Με δόντια και νύχια, ο Άρης έσπρωξε το κλαδί όσο χρειαζόταν για να απελευθερώσει τον μικρό. Μα η Μάρα δεν φαινόταν πουθενά.
✦ Τότε, μέσα στον θόρυβο της καταιγίδας, ο Άρης ένιωσε ένα λεπτό άρωμα: το μοσχοκάρυδο που άρεσε στη Μάρα να ροκανίζει από έναν θάμνο. Ακολούθησε τη μυρωδιά και τη βρήκε στην όχθη ενός φουσκωμένου ρυακιού, ανήμπορη να περάσει.
✦ Χωρίς φωνή για να καλέσει βοήθεια, ο Άρης πήρε μια βαθιά ανάσα και έριξε το σώμα του μέσα στο παγωμένο νερό, κόντρα στο ρεύμα. Έκανε γέφυρα με το κορμί του· η μικρή πάτησε στην πλάτη του και πέρασε απέναντι. Ύστερα τη βοήθησε να κουλουριαστεί κοντά στον Κρέο, μέσα σε μια μεγάλη κουφάλα ενός δέντρου.
✦ Όταν κόπασε η καταιγίδα, ο Άρης οδήγησε τους μικρούς μέσα από μισοβυθισμένα μονοπάτια, ώσπου βρέθηκαν μπροστά στην αγέλη. Ο πατέρας του έτρεξε κοντά. «Ποιος τους έσωσε;» ρώτησε με φωνή που έτρεμε.
✦ Τα λυκόπουλα έδειξαν τον Άρη. Η αγέλη σιώπησε. Η γιαγιά – λύκαινα γέλασε σιγανά: «Σας το ’λεγα… Η πράξη είναι κραυγή.»
✦ Την επόμενη πανσέληνο, οι λύκοι ξανανέβηκαν ψηλά στον λόφο. Οι μεγάλοι ύψωσαν τα κεφάλια και άρχισαν το αρχαίο τους τραγούδι. Ο Άρης στάθηκε ανάμεσά τους. Άνοιξε το στόμα του – πάλι κανένας ήχος.
✦ Μα τη στιγμή εκείνη, λες και το φεγγάρι του έστειλε το δικό του τραγούδι, ένα αεράκι πέρασε πάνω από τις ράχες τους. Δεν ήταν ουρλιαχτό, ήταν κάτι πιο απαλό· ήταν ο ψίθυρος των φύλλων, το βουητό του ανέμου, το γρύλισμα του νερού. Και η αγέλη έγειρε τα αυτιά: άκουγε τον Άρη στην καρδιά του δάσους.
✦ Από τότε, κάθε φορά που φυσούσε ο άνεμος ανάμεσα στα πεύκα, οι λύκοι έλεγαν: «Ο Άρης τραγουδά.» Γιατί έμαθαν πως η φωνή δεν μετριέται μόνο σε ήχο. Μετριέται σε θάρρος, σε πράξεις και σε καλοσύνη.
✦ Κι όταν τα λυκόπουλα ρωτούσαν «Γιατί δεν ακούγεται;», οι γέροι απαντούσαν: «Μερικές καρδιές μιλούν τόσο δυνατά, που δεν χρειάζονται λέξεις ούτε ουρλιαχτά. Αρκεί να τις ακούμε με τη σιωπή μας.»


🌟 Μήνυμα του παραμυθιού

Δεν χρειάζεται να φωνάζεις για να σε ακούσουν. Κάποιες πράξεις μιλούν πιο δυνατά από κάθε κραυγή.


📜 Παραμύθι & εικόνα: © fairytalesworld.com
Για προσωπική χρήση μόνο – Απαγορεύεται η εμπορική αναδημοσίευση χωρίς άδεια.
Δες τους Όρους Χρήσης

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή