Ο Καθρέφτης του χωριού

♦ Κάποτε, σε ένα μικρό χωριό ανάμεσα σε λόφους και μυρωδάτα πεύκα, υπήρχε μια πηγή που τραγουδούσε μέρα-νύχτα. Δίπλα στην πηγή στεκόταν ένα παλιό, καθρεφτάκι μέσα σε ξύλινη κορνίζα. Όλοι τον έλεγαν Καθρεφτάκη.

♦ Ο Καθρεφτάκης δεν έδειχνε ρούχα και χτενίσματα. Έδειχνε καρδιές. Όποιος τον κοιτούσε, έβλεπε στο γυαλί του όχι μόνο το πρόσωπό του, αλλά και τις σκέψεις του, τα αισθήματά του και τις πράξεις του καλές και κακιές.

♦ Το ήξεραν λίγοι. Μόνο η γιαγιά Μυρτώ, που πότιζε τη λεμονιά, και κάποια παιδιά που έπαιζαν κρυφτό δίπλα στην πηγή. Οι μεγάλοι περνούσαν βιαστικοί. «Καθρέφτης είναι. Τι να μας πει;» έλεγαν.

♦ Στο χωριό ζούσε ένα πολύ καλό αγόρι, ο Νίκος, αλλά είχε ένα βάρος στην καρδιά: νόμιζε πως δεν ήταν αρκετός. Δεν έλεγε τίποτα, μόνο χαμογελούσε ντροπαλά.

♦ Μια μέρα, η δασκάλα ζήτησε από τα παιδιά να φέρουν στο σχολείο κάτι που αγαπούν. Ο Νίκος πήγε στην πηγή, κάθισε μπροστά στον Καθρεφτάκη και ρώτησε σιγανά: «Τι να πάρω μαζί μου; Έχω κάτι όμορφο;»

♦ Ο Καθρεφτάκης άστραψε και άρχισε να δείχνει τις καλές πράξεις του Νίκου. Όταν έδωσε το κρουασάν του στον φίλο του που είχε ξεχάσει το δικό του κολατσιό. Όταν μια βροχερή μέρα κράτησε τη ζακέτα του πάνω από ένα κουτάβι και αρκετές μικρές πράξεις καλοσύνης σαν αστεράκια.

♦ «Αυτό πάρε», ψιθύρισε η πηγή. «Την καλοσύνη σου.» Ο Νίκος ντράπηκε. «Μα δεν μπαίνει σε τσάντα…» είπε. «Μπαίνει στο βλέμμα και στη φωνή σου», απάντησε το νερό.

♦ Την άλλη μέρα, ο Νίκος στο σχολείο δεν έφερε αντικείμενα. Είπε μόνο μια ιστορία. Πώς ένα χαμόγελο έφτιαξε τη μέρα μιας γιαγιάς στον δρόμο. Η τάξη σώπασε. Κάποιοι γέλασαν γλυκά. Η δασκάλα χειροκρότησε.

♦ Στο χωριό ζούσε κι ένα κορίτσι, η Άννα, που ήθελε να είναι πάντα τέλεια. Τα μαλλιά της, τα παπούτσια της, τα τετράδιά της. Μα όταν θύμωνε, μιλούσε απότομα και φώναζε. «Έτσι είμαι εγώ», έλεγε.

♦ Η Άννα στάθηκε μπροστά στον Καθρεφτάκη για να θαυμάσει το καινούργιο της φόρεμα. Μα στο γυαλί είδε κάτι αλλιώτικο: είδε τη φίλη της να κατεβάζει το βλέμμα της όταν εκείνη την είχε πειράξει, είδε και ένα μικρό σκυλάκι να φοβάται τη δυνατή φωνή της.

♦ «Δεν μου αρέσει αυτός ο καθρέφτης!» φώναξε και έφυγε τρέχοντας. Μα τη νύχτα δεν κοιμήθηκε καλά γιατί σκεφτόταν αυτά που είδε στον καθρέφτη. Το πρωί γύρισε με ένα μικρό κουτί. Μέσα είχε συγγνώμες. Μία για τη φίλη της, μία για τον αδελφό της, μία για τη μαμά της και μία για όσους είχε κάνει κακό.

♦ «Θέλω να μάθω να μιλώ γλυκά», είπε στον Καθρεφτάκη. Τότε το γυαλί έγινε πιο καθαρό, σαν να το έπλυνε η βροχή. Φάνηκε η Άννα να κάνει μία αγκαλιά της φίλη της και να λέει: «Σε άκουσα. Συγγνώμη.» Και η εικόνα έλαμψε.

♦ Ο Δήμαρχος του χωριού άκουσε για τον περίεργο καθρέφτη και αποφάσισε να πάει να τον δει. «Αν όντως λέει αλήθεια, θα τον κρεμάσουμε στην πλατεία», είπε. «Αν όχι, θα τον πετάξουμε· είναι παλιόπραγμα!»

♦ Πήγε λοιπόν με τους συμβούλους του. Κοίταξε μέσα στο γυαλί και είδε τον εαυτό του να μιλάει σε μία εξέδρα στην πλατεία, μα αυτά που έλεγε στους ανθρώπους του χωριού ήταν υποσχέσεις που δεν κράτησε. Είδε τον παππού με το σπασμένο παγκάκι που περίμενε μήνες για να φτιαχτεί και ακόμα τίποτα. Είδε τη βρύση στην άκρη του χωριού που ακόμα έσταζε.

♦ Τότε ο Δήμαρχος ξερόβηξε, άφησε το καπέλο του και είπε: «Αυτός ο καθρέφτης… είναι αληθινός.» Κάθισε στην πέτρα, δίπλα στην πηγή, και για πρώτη φορά άκουσε το τραγούδι του νερού. «Συγχωρέστε με», είπε στους ανθρώπους του. «Αύριο θα φτιάξουμε το παγκάκι και τη βρύση και ότι έχουμε υποσχεθεί.»

♦ Από εκείνη τη μέρα, κάθε πρωί, οι χωριανοί περνούσαν από την πηγή. Άλλοι για να δουν τι θέλει η καρδιάς τους και άλλοι για να δουν τι πραγματικά συμβαίνει γύρω τους. Δεν φοβόντουσαν πια. Γιατί κατάλαβαν πως ο Καθρεφτάκης δεν κατηγορούσε. Μόνο θύμιζε.

♦ Κάποιο απόγευμα, ο ουρανός μάζεψε γκρίζα σύννεφα. Ένας δυνατός άνεμος φύσηξε. Η πηγή συνέχισε να τραγουδά, μα ο καθρέφτης άρχισε να τρίζει. «Κρατηθείτε!» φώναξε ο Νίκος. Ο αέρας χτύπησε την κορνίζα και την έριξε κάτω.

♦ Τα παιδιά και οι μεγάλοι έτρεξαν. Η Άννα έβγαλε τη ζακέτα της, ο Νίκος έφερε σχοινί, ο Δήμαρχος φώναξε τον ξυλουργό. Όλοι μαζί έστησαν ξανά τον Καθρεφτάκη, μα τώρα γύρω του έφτιαξαν σπιτάκι με σκεπή, για να τον προστατεύουν.

♦ Όταν η καταιγίδα έφυγε, το γυαλί έλαμψε περισσότερο από ποτέ. Δεν φαινόταν μόνο ο καθένας χωριστά. Φαινόταν όλο το χωριό σαν μια αγκαλιά: άνθρωποι που μοιράζονται φαγητό, παιδιά που βοηθούν τους γονείς τους και παίζουν όλα μαζί αγαπημένα και γείτονες που ανταλλάζουν εργαλεία και ιστορίες.

♦ «Τι ωραία είμαστε όταν είμαστε μαζί», είπε η γιαγιά Μυρτώ. Και όλοι γέλασαν, γιατί για πρώτη φορά είδαν την ομορφιά τους ενωμένη.

♦ Από τότε, ο Καθρεφτάκης έγινε σαν φύλακας. Όταν κάποιος θύμωνε, πήγαινε να δει τη σκιά του και να την μαλακώσει. Όταν κάποιος ντρεπόταν, πήγαινε να δει τα κρυφά του αστέρια. Και όταν κάποιος καυχιόταν πολύ, πήγαινε για να θυμηθεί το μέτρο.

♦ Πέρασαν χρόνια. Τα παιδιά μεγάλωσαν. Ο Νίκος έγινε ζωγράφος και γέμισε την πλατεία με εικόνες από χαμόγελα. Η Άννα έγινε δασκάλα και δίδαξε στα μικρά παιδιά τις πιο απαλές λέξεις. Ο Δήμαρχος έφυγε, μα άφησε πίσω του παγκάκια γερά και βρύσες που κελαρύζουν.

♦ Κάθε απόγευμα, όταν ο ήλιος έβαφε πορτοκαλί τις στέγες, ο Καθρεφτάκης καθρεφτίζε την καλοσύνη της μέρας. Κι αν κάπου είχε πόνο ή λάθος, το έδειχνε με απαλό φως, σαν να λέει: «Το βλέπω. Μπορείς να το φτιάξεις. Είμαι εδώ για εσένα.»

♦ Κάποτε, ένα μικρό παιδί ρώτησε τη γιαγιά Μυρτώ: «Γιαγιά, γιατί ο καθρέφτης μας δεν χαλάει; Είναι τόσο παλιός!» Η γιαγιά χαμογέλασε. «Γιατί τον γυαλίζουμε όλοι μαζί με αλήθεια. Κι η αλήθεια, παιδί μου, δεν σπάει εύκολα.»

♦ Εκείνο το βράδυ, η πηγή τραγούδησε πιο γλυκά. Κι αν έσκυβες πολύ κοντά, θα άκουγες μια ψιθυριστή φράση: «Όταν κοιταζόμαστε με αγάπη, γινόμαστε όλοι πιο όμορφοι.»


🪞 Ηθικό δίδαγμα:

Ο κόσμος μας είναι ένας καθρέφτης: ό,τι δίνουμε, αυτό μας γυρίζει. Αν δίνουμε καλοσύνη και αλήθεια, βλέπουμε ομορφιά—μέσα μας και γύρω μας.


📜 Παραμύθι & εικόνα: © fairytalesworld.com
Για προσωπική χρήση μόνο – Απαγορεύεται η εμπορική αναδημοσίευση χωρίς άδεια.
Δες τους Όρους Χρήσης

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή