Η χώρα των ξεχασμένων ονείρων

🌙 Ο Ίλια ήταν ένα ήσυχο αγόρι με μεγάλα μάτια και με πολύ φαντασία που χωρούσε ουρανούς. Κάθε βράδυ, πριν κοιμηθεί, σκεφτόταν πράγματα που δεν υπήρχαν. Ένα ποδήλατο που πετούσε στα σύννεφα. Μια σκάλα που έφτανε στο φεγγάρι. Έναν φίλο από ζάχαρη και φως.

✦ Μα όσο μεγάλωνε, οι μεγάλοι γύρω του του έλεγαν να σοβαρευτεί. «Αυτά είναι παιδικά πράγματα», «Μην πετάς στα σύννεφα», «Η φαντασία δεν σε πάει πουθενά».

✦ Έτσι, ένα ένα, τα όνειρα του Ίλια άρχισαν να σιωπούν. Δεν τα έσβησε όμως απλά τα έκρυβε κάτω από το μαξιλάρι του, κάθε φορά που κοιμόταν.

✦ Ένα βράδυ με φουρτουνιασμένο φεγγάρι και αστέρια που έτρεμαν, ένιωσε κάτι περίεργο. Το μαξιλάρι του ήταν… βαθύτερο. Έσκυψε και βρήκε κάτι που δεν υπήρχε ποτέ πριν: μια μικρή, κρυστάλλινη πόρτα. Τη χτύπησε ελαφρά, και αυτή άνοιξε με έναν ψίθυρο:
«Μόνο αυτοί που ονειρεύονται μπορούν να περάσουν.»

✦ Ο Ίλια πέρασε… και βρέθηκε στη Χώρα των Ξεχασμένων Ονείρων.

✦ Ήταν ένας κόσμος παράξενος, όμορφος και λίγο θλιμμένος. Εκεί ζούσαν όλα τα όνειρα που κάποτε φαντάστηκε κάποιο παιδί και που κανείς δεν τα πίστεψε.

✦ Είδε πατίνια με φτερά, μια σοκολατένια πόλη, μια χελώνα που έγραφε ποιήματα, αόρατους φίλους που τραγουδούσαν στον αέρα. Κάποια όνειρα καθόντουσαν στα σκαλάκια και κοιτούσαν με μάτια υγρά.

✦ «Εσύ… είσαι αληθινός;» τον ρώτησε ένα αλογάκι φτιαγμένο από σύννεφα.
«Είμαι ο Ίλια. Εσείς είστε… τα όνειρα;»
«Είμαστε ό,τι δεν τόλμησες να συνεχίσεις. Ό,τι εγκατέλειψες. Μα δεν σου κρατάμε κακία. Μόνο… περιμέναμε.»

✦ Ο Ίλια έμεινε εκεί. Μέρα με τη μέρα, άκουγε τα όνειρα. Τα ζωγράφιζε, τα έπαιζε, τα αγκάλιαζε και αυτά ξυπνούσαν. Άρχισαν να γελούν, να τρέχουν, να φτιάχνουν τη χώρα τους ξανά.

✦ Μα έξω, στον κόσμο των ανθρώπων, κάτι άλλαζε. Μια Θύελλα της Ξεχασιάς είχε αρχίσει να φουσκώνει. Οι μεγάλοι είχαν πάψει να ονειρεύονται. Τα παιδιά είχαν γεμίσει οθόνες και κανόνες και η φαντασία τους άδειαζε.

✦ «Αν δεν ξυπνήσουμε τα όνειρα, όλα θα σβήσουν», είπε μια πεταλούδα.
«Μα εγώ είμαι μόνο ένα παιδί…»
«Δεν είσαι απλά ένα παιδί, είσαι το μόνο παιδί που τόλμησε να επιστρέψει.»

✦ Και τότε, ο Ίλια πήρε μια απόφαση. Αν δεν μπορούσε να φέρει τους ανθρώπους στη Χώρα των Ονείρων, θα έφερνε τη Χώρα… στους ανθρώπους.

✦ Άνοιξε τα χέρια του. Και όλα τα όνειρα — μικρά, μεγάλα, ξεχασμένα — βγήκαν από το στήθος του σαν φως. Γύρισαν πίσω στον κόσμο. Άλλο έγινε έμπνευση για έναν ζωγράφο. Άλλο, ιστορία σε παιδικό βιβλίο. Άλλο, ιδέα σε ένα παιδί που φοβόταν να δοκιμάσει.

✦ Η Θύελλα μαλάκωσε. Οι καρδιές ζεστάθηκαν και ο κόσμος δεν άλλαξε εντελώς. Μα κάποιοι ξύπνησαν χαμογελώντας, χωρίς να ξέρουν γιατί. Κάποιοι θυμήθηκαν το παλιό τους όνειρο και το ξεσκόνισαν. Και κάποιοι λίγοι… βρήκαν μια κρυστάλλινη πόρτα κάτω από το μαξιλάρι τους.

🌙 Ο Ίλια έμεινε πίσω στη Χώρα, ως ο φύλακας των Ονείρων. Και κάθε φορά που ένα παιδί έκλεινε τα μάτια του με χαμόγελο, ένα αστεράκι ανάβει στον ουρανό — και εκείνος ψιθύριζε:

«Όσο κι αν προσπαθούν να σε μάθουν να ξεχνάς… μη σταματήσεις ποτέ να ονειρεύεσαι.»


📜 Παραμύθι & εικόνα: © fairytalesworld.com
Για προσωπική χρήση μόνο – Απαγορεύεται η εμπορική αναδημοσίευση χωρίς άδεια.
Δες τους Όρους Χρήσης

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή