📚 Ένα παραμύθι για τη δύναμη της ανάγνωσης και το φως της γνώσης
✦ Ο Λίο ήταν ένα ήσυχο παιδί. Δεν φώναζε, δεν έτρεχε, δεν απαιτούσε. Κουβαλούσε στο βλέμμα του ένα μόνιμο «γιατί;» και στη σιωπή του ένα μικρό «ίσως». Ζούσε με τον παππού του στο παλιό τμήμα της πόλης, ανάμεσα σε σοκάκια με πέτρινα σπίτια, παραθυρόφυλλα που τρίζανε, και… μια ξεχασμένη βιβλιοθήκη.
✦ Η Βιβλιοθήκη της Οδού Νύχτας. Εγκαταλελειμμένη. Σκεπασμένη με σκόνη, γυάλινες πόρτες με ραγίσματα σαν ρυτίδες, τα ράφια μέσα σκοτεινά, σιωπηλά. Κανείς δεν την πλησίαζε. Έλεγαν πως το φως δεν κρατιόταν μέσα της.
✦ Ένα δειλινό, που ο παππούς του αποκοιμήθηκε, ο Λίο πλησίασε την παλιά πόρτα. Χωρίς να καταλάβει πώς, άνοιξε και μπήκε.
✦ Μέσα, η σκόνη χόρευε σαν αστέρια σε αόρατο αέρα. Τα βιβλία, αραδιασμένα παντού. Μερικά ανοιχτά, μερικά μισοκαμένα και μερικά… ψιθύριζαν.
✦ Έσκυψε σε ένα χοντρό βιβλίο με ράχη από χρυσή κλωστή. Ένας ήχος τού μίλησε:
«Δεν με διάβασε ποτέ κανείς… Ποτέ δεν ειπώθηκε η ιστορία μου. Και τώρα… γεννάω σκοτάδι.»
✦ Ένα ρίγος πέρασε στο δωμάτιο. Από τη ράχη του βιβλίου ξεπήδησε μια σκιά. Ένα πλάσμα χωρίς μορφή, που περπάτησε ανάμεσα στα ράφια.
«Κάθε ιστορία που δεν διαβάζεται, ξεχνιέται. Και κάθε ξεχασμένη ιστορία… γεννά φόβο, όχι φως.»
✦ Ο Λίο έτρεξε να φύγει. Μα η πόρτα είχε εξαφανιστεί. Τώρα βρισκόταν σε έναν άλλο χώρο — ένα μαγικό δωμάτιο με δεκάδες σκάλες από λέξεις, παράθυρα από φράσεις και τοίχους από ερωτήσεις.
✦ Εκεί εμφανίστηκε ένας γέρος με μακριά γενειάδα και γυαλιά.
«Είσαι ο Πρώτος Αναγνώστης μετά από εκατό χρόνια. Η βιβλιοθήκη ψιθυρίζει επειδή πονά. Θες να τη θεραπεύσεις;»
✦ Ο Λίο είπε μόνο «ναι» και η δοκιμασία ξεκίνησε.
✦ Έπρεπε να διαβάσει ένα βιβλίο κάθε φορά. Μόνο που το κάθε βιβλίο δεν ήταν από χαρτί, ήταν σαν ζωντανό:
– Ένα βιβλίο τον έστειλε σε μια έρημο που αντί για λέξεις είχε καμήλες.
– Ένα άλλο βιβλίο το οδήγησε σε έναν ωκεανό όπου έπρεπε να τραγουδήσει τα ποιήματα του δυνατά για να μην πνιγεί.
– Κάποιο άλλο βιβλίο, τον φυλάκισε μέσα του και μόνο όταν κατάλαβε το νόημα της ιστορίας του, μπόρεσε να ελευθερωθεί.
✦ Με κάθε βιβλίο που διάβαζε μία ιστορία έπαιρνε ζωή και μια σκιά έσβηνε από τη βιβλιοθήκη. Τα φώτα άναβαν. Οι τοίχοι φώτιζαν με αποσπάσματα και τα ράφια χαμογελούσαν.
✦ Στο τέλος, έφτασε σε ένα μικρό, μαύρο βιβλίο. Δεν είχε τίτλο. Όταν το άνοιξε, είδε τον εαυτό του.
✦ Ήταν η ιστορία της ζωής του — μόνο που ήταν άγραφη. Άδεια.
Τότε κατάλαβε.
«Δεν αρκεί να διαβάζεις. Πρέπει και να γράφεις. Να μοιράζεσαι. Να λες ιστορίες.»
✦ Μόλις έγραψε την πρώτη του φράση, η βιβλιοθήκη γέμισε φως. Οι πόρτες άνοιξαν. Οι σκιές είχαν χαθεί.
✦ Από τότε, ο Λίο κάθε απόγευμα πήγαινε εκεί.
Έφερνε φίλους.
Έλεγε ιστορίες.
Διάβαζε σε όποιον δεν ήξερε να διαβάζει.
Και για κάθε παιδί που άκουγε, ένα νέο βιβλίο άναβε στη βιβλιοθήκη.
✦ Και η Βιβλιοθήκη της Οδού Νύχτας έγινε ξανά φάρος για εκείνους που είχαν ξεχάσει πώς να φαντάζονται.
📜 Παραμύθι & εικόνα: © fairytalesworld.com
Για προσωπική χρήση μόνο – Απαγορεύεται η εμπορική αναδημοσίευση χωρίς άδεια.
Δες τους Όρους Χρήσης