Η Νεράιδα της ανάσας και ο δράκος με την σπασμένη καρδιά

◆ Σε μια κοιλάδα καλυμμένη με μωβ λουλούδια και ασημένια δέντρα, ζούσε η Φίντα, η Νεράιδα της Ανάσας. Το άγγιγμά της θεράπευε τις πληγές των φυτών, και η ανάσα της γέμιζε τις ψυχές με ελπίδα. Ήταν φύλακας του Βάλτου των Ψιθύρων, εκεί που γεννιούνταν τα φίλτρα της αγάπης, της χαράς και της συγχώρεσης.

◆ Όμως, στα βουνά των αιώνιων σκιών, ζούσε ένας δράκος διαφορετικός: ο Βέρναθαρ. Είχε κάποτε φωτιά στην καρδιά του, αλλά η προδοσία ενός μάγου τον έκανε να κλειστεί στον εαυτό του. Δεν έκαιγε πια τίποτα. Αντί για φωτιά, έβγαζε σύννεφα από πάγο.

◆ Μια μέρα, η Φίντα βρήκε στο βάλτο ένα παλιό φύλλο που μιλούσε για το Φίλτρο της Αληθινής Καρδιάς. «Με τρία συστατικά φτιάχνεται», έγραφε:

1. Δάκρυ δράκου που δεν έχει κάψει ποτέ.

2. Πνοή νεράιδας γεμάτη θλίψη.

3. Πέταλο από το Άνθος της Επανένωσης.

◆ Χωρίς να φοβηθεί, η Φίντα πέταξε ως το βουνό του Βέρναθαρ.

— «Δεν ήρθα να πολεμήσω», του είπε. «Ήρθα να σου ζητήσω ένα δάκρυ. Θέλω να φτιάξω ένα φίλτρο για να γιατρέψω καρδιές, και ίσως… και τη δική σου.»

◆ Ο δράκος γέλασε πικρά. Μα για πρώτη φορά εδώ και χρόνια, ένα μικρό δάκρυ κύλησε στο λέπι του. Ήταν γκρίζο, μα λαμπερό.

◆ Η Φίντα το πήρε. Με την ανάσα της –θλιμμένη από τη μοναξιά του Βέρναθαρ– και το τελευταίο πέταλο του Άνθους, δημιούργησε το φίλτρο. Το πρόσφερε στον δράκο.

◆ Μόλις το ήπιε, η καρδιά του άρχισε να ζεσταίνεται. Όχι με φωτιά καταστροφής, αλλά με αγάπη.

— «Ποτέ δεν ήμουν μόνος», είπε. «Απλώς δεν ήξερα πού να κοιτάξω.»

◆ Έκτοτε, η Φίντα και ο Βέρναθαρ έγιναν φίλοι αχώριστοι. Ταξίδευαν στον κόσμο, χαρίζοντας σταγόνες από το Φίλτρο της Αληθινής Καρδιάς σε όσους είχαν ξεχάσει πώς είναι να αγαπούν.

◆ Και έτσι, ακόμα και ο δράκος με τη σπασμένη καρδιά, έγινε σύμβολο ελπίδας.

Η Νεράιδα της Ανάσας και ο Δράκος με τη Σπασμένη Καρδιά – Μέρος Β’

◆ Από τη μέρα που ο Βέρναθαρ ήπιε το Φίλτρο της Αληθινής Καρδιάς, ο κόσμος γύρω του άλλαξε. Το χιόνι στα φτερά του έλιωσε, και μια απαλή ζέστη γεννήθηκε στην καρδιά του. Δεν ήταν η φωτιά που καταστρέφει, αλλά μια φωτιά που αγκαλιάζει.

◆ Μαζί με τη Φίντα, ξεκίνησαν ταξίδι στα μέρη όπου η θλίψη είχε αφήσει σημάδια. Πρώτη τους στάση ήταν το Δάσος των Σιωπηλών Δέντρων, όπου τα φύλλα δεν ψιθύριζαν πια.

◆ Η Φίντα στάθηκε δίπλα σε ένα δέντρο και άφησε την ανάσα της να το αγγίξει. Ο Βέρναθαρ έριξε μια σταγόνα από το φίλτρο στη ρίζα του. Και τότε… το δέντρο τραγούδησε ξανά. Ένα τραγούδι γλυκό, γεμάτο μνήμες.

◆ Όμως, όσο πιο πολύ πλησίαζαν στο βόρειο άκρο του κόσμου, τόσο πιο βαριά ήταν η σιωπή. Εκεί τους περίμενε μια παλιά δύναμη — η Σκιά του Πάγου, που γεννήθηκε από τη λύπη των λησμονημένων καρδιών.

— «Δεν με αγάπησε ποτέ κανείς», είπε η Σκιά με φωνή σαν παγωμένος άνεμος. «Και δεν θα αφήσω άλλους να αγαπηθούν.»

◆ Η Φίντα δεν απάντησε. Πλησίασε σιγά και στάθηκε μπροστά της.

— «Αν μου επιτρέψεις… μπορώ να σε αγαπήσω εγώ.»

◆ Η Σκιά πάγωσε — κυριολεκτικά. Το φως του φίλτρου άγγιξε τη μορφή της και για πρώτη φορά, εκεί που ήταν μόνο πάγος, φύτρωσε ένα μικρό λουλούδι.

◆ Ο Βέρναθαρ πλησίασε. Στάθηκε δίπλα της.

— «Και εγώ… ξέρω πώς είναι να νιώθεις μόνος. Μα δεν χρειάζεται να είσαι πια.»

◆ Η Σκιά δεν μίλησε ξανά. Μα διαλύθηκε αργά… και στον αέρα έμεινε ένα άρωμα από χιόνι που λιώνει την άνοιξη.

◆ Από τότε, όπου και αν πήγαιναν η Φίντα και ο Βέρναθαρ, γεννιούνταν φως και ζεστασιά. Οι καρδιές άρχισαν να θυμούνται. Να θυμούνται πώς είναι να δίνεις… χωρίς να φοβάσαι.

◆ Κι έτσι, η νεράιδα με την ανάσα ελπίδας και ο δράκος με τη ζεστή καρδιά έγιναν φως σε έναν κόσμο που το είχε ξεχάσει.

◆ Τέλος


📜 Παραμύθι & εικόνα: © fairytalesworld.com
Για προσωπική χρήση μόνο – Απαγορεύεται η εμπορική αναδημοσίευση χωρίς άδεια.
Δες τους Όρους Χρήσης

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή