Μια φορά κι έναν καιρό, στα βάθη ενός αρχαίου δάσους, υπήρχε μια λίμνη που δεν την έβλεπε ο ήλιος, ούτε την άγγιζε ο άνεμος. Κι όμως, η λίμνη αυτή έλαμπε κάθε νύχτα σαν ουρανός γεμάτος αστέρια.
Οι κάτοικοι των γύρω χωριών συζητούσαν συνέχεια γι’ αυτήν και την είχαν ονομάσει “τη Λίμνη των Φωτεινών Ονείρων”. Έλεγαν πως όποιος άφηνε εκεί την επιθυμία του με καθαρή καρδιά, την έβλεπε να ανθίζει στο φως του φεγγαριού.
Ένα μικρό αγόρι, ο Μιχαήλ, άκουγε τις ιστορίες και ονειρευόταν να τη βρει. Δεν ήθελε κάτι για τον εαυτό του. Ήθελε απλώς η άρρωστη αδελφή του να μπορέσει μια μέρα να τρέξει ξανά στα λιβάδια.
Έτσι ξεκίνησε ένα μακρύ ταξίδι, με μόνη του πυξίδα την αγάπη. Πέρασε μέσα από σπηλιές που ψιθύριζαν λόγια παλιά, από ποτάμια που μιλούσαν και από δάση σκοτεινα, όμως δεν φοβήθηκε τίποτα.
Όταν έφτασε στη λίμνη, η επιφάνειά της έλαμπε σαν καθρέφτης γεμάτος φως. Ο Μιχαήλ έπεσε στα γόνατα και ψιθύρισε: «Δεν θέλω τίποτα για εμένα. Θέλω μόνο να γελάσει ξανά η αδελφή μου».

Η λίμνη δεν μίλησε, μα ένα νούφαρο άρχισε να φωτίζει και να μεγαλώνει. Από μέσα του βγήκε μια μικρή φωτεινή μορφή. Ήταν η Νεράιδα των Ευχών.
«Το φως που έφερες στην καρδιά σου, μικρέ ταξιδιώτη, είναι πιο δυνατό κι από κάθε μαγεία. Η ευχή σου έγινε ήδη πραγματικότητα.»
Όταν ο Μιχαήλ γύρισε σπίτι, η αδελφή του τον περίμενε στην αυλή — κι έτρεξε προς το μέρος του, γελώντας.

Από τότε, η λίμνη έμεινε κρυφή. Αλλά σε κάθε άνθρωπο που αγαπά βαθιά, εμφανίζεται ξανά.
📜 Παραμύθι & εικόνα: © fairytalesworld.com
Για προσωπική χρήση μόνο – Απαγορεύεται η εμπορική αναδημοσίευση χωρίς άδεια.
Δες τους Όρους Χρήσης