Η Λου και το μαγικό συννεφάκι

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα κοριτσάκι που το έλεγαν Λου. Η Λου αγαπούσε τις ιστορίες, τα χρώματα και τα… σύννεφα! Κάθε μέρα καθόταν κάτω από τον ουρανό και φανταζόταν ότι τα σύννεφα ήταν ζώα, κάστρα, παγωτά ή χαμογελαστά πρόσωπα.

Μια μέρα, ένα πολύ μικρό συννεφάκι κατέβηκε από τον ουρανό και κάθισε στον ώμο της!

«Γεια σου, Λου!» είπε το συννεφάκι με λεπτή φωνούλα.
«Με λένε Νεφούλη. Ήρθα γιατί τα όνειρά σου με φέρανε εδώ!»

Η Λου άνοιξε διάπλατα τα μάτια της.
«Εσύ μιλάς; Είσαι αληθινό;»

Ο Νεφούλης γέλασε. «Όταν ένα παιδί ονειρεύεται με την καρδιά του, τότε ναι! Είμαι πολύ αληθινός! Θες να πετάξουμε μαζί;»

Η Λου ανέβηκε πάνω στο συννεφάκι και πέταξαν ψηλά στον ουρανό. Πέρασαν πάνω από βουνά από μαρμελάδα, θάλασσες από ζελέ, και χωριά όπου τα σπίτια είχαν στέγες από καραμέλες.

Σε κάθε στάση, ο Νεφούλης της έλεγε μια ιστορία:

Για μια γάτα που ήθελε να γίνει δράκος.

Για μια πασχαλίτσα που ζούσε μέσα σε παπούτσι.

Για ένα αστέρι που έπεσε στη γη για να γνωρίσει τα παιδιά.

Και η Λου, με τα ματάκια της γεμάτα χαρά, του έλεγε κι εκείνη ιστορίες που είχε φανταστεί στον ύπνο της.

Στο τέλος της μέρας, ο Νεφούλης την πήγε πίσω στο σπίτι της.
«Θα σε ξαναδώ;» ρώτησε η Λου.

«Όποτε ονειρεύεσαι, θα είμαι κοντά σου», της απάντησε.
«Και κάθε φορά που βλέπεις ένα μικρό σύννεφο στον ουρανό… ίσως να είμαι εγώ!»

Η Λου χαμογέλασε, αγκάλιασε τον αέρα, και μπήκε στο δωμάτιό της. Από τότε, κάθε βράδυ, πριν κοιμηθεί, έλεγε στον ουρανό μια καινούργια ιστορία.

Και ο Νεφούλης… πάντα άκουγε.

Η χώρα των ιστοριών

Την επόμενη νύχτα, καθώς η Λου κοιμόταν, ο Νεφούλης ήρθε αθόρυβα από τον ουρανό και την ξύπνησε γλυκά.

«Έλα, Λου! Σήμερα θα πάμε κάπου ξεχωριστά… στη Χώρα των Ιστοριών!»

Η Λου φόρεσε τη ρόμπα της, ανέβηκε στο μαγικό συννεφάκι και πέταξαν μαζί μέσα στη νύχτα. Πέρασαν δίπλα από τη Σελήνη – που τους χαμογέλασε με τα μάτια της κλειστά – και βούτηξαν μέσα σε ένα σύννεφο που έμοιαζε με βιβλίο.

Και ξαφνικά… έφτασαν!

Η Χώρα των Ιστοριών ήταν μαγική. Τα δέντρα είχαν φύλλα από σελίδες, τα πουλιά τραγουδούσαν παραμύθια και οι ποταμοί ήταν γεμάτοι λέξεις που κυλούσαν σιγά-σιγά. Παντού υπήρχαν παιδιά – άλλα ζωγράφιζαν, άλλα έπλαθαν ιστορίες με πηλό, κι άλλα καθόντουσαν και άκουγαν ήσυχα τον Άνεμο που διηγούταν παλιά παραμύθια.

Η Λου γνώρισε ένα αγόρι που λεγόταν Τίμος. Ο Τίμος μπορούσε να ζωγραφίσει ήρωες και να τους ζωντανεύει! Μα φοβόταν να δείξει τις ιστορίες του, γιατί νόμιζε πως κανείς δεν θα τις αγαπήσει.

Η Λου του είπε:
«Όλες οι ιστορίες αξίζουν, Τίμο. Αρκεί να τις πεις με την καρδιά σου.»

Μαζί έφτιαξαν μια νέα ιστορία – για έναν πειρατή που ήθελε να βρει τον χαμένο ήλιο! Όλοι στην Χώρα των Ιστοριών μαζεύτηκαν γύρω τους, άκουσαν, γέλασαν, συγκινήθηκαν. Ο Τίμος χαμογέλασε πλατιά και είπε:
«Ήταν η πρώτη φορά που μίλησε η καρδιά μου δυνατά.»

Ο Νεφούλης τους αγκάλιασε με τις άκρες του και είπε:
«Εδώ, κάθε παιδί μπορεί να γίνει παραμυθάς, αρκεί να πιστέψει ότι η φαντασία είναι μαγεία.»

Καθώς η Λου επέστρεφε στο δωμάτιό της πάνω στον Νεφούλη, σκέφτηκε κάτι σπουδαίο:

«Αν κάθε παιδί έγραφε μία ιστορία, ο κόσμος θα ήταν πιο φωτεινός.»

Και έτσι… από την επόμενη μέρα, η Λου άρχισε να μαζεύει ιστορίες από όλα τα παιδιά της γειτονιάς της και να τις ζωγραφίζει σε έναν τοίχο γεμάτο αστέρια.

Εννοείται πως η πρώτη ιστορία που έγραψε ήταν αυτή που διηγήθηκε μαζί με τον Τίμο στην χώρα των ιστοριών, …

Ο πειρατής και ο χαμένος Ήλιος

Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια θάλασσα που την έλεγαν Γαλάζια Όνειρα, ταξίδευε ένα πειρατικό καράβι που το έλεγαν “Το Φως της Αυγής”. Κυβερνήτης του ήταν ένας περίεργος πειρατής, ο Καπετάν Ίγκλις, που δεν ήθελε θησαυρούς με χρυσάφι — αλλά μόνο ένα πράγμα:

Να βρει τον Χαμένο Ήλιο.

«Δεν θέλω σεντούκια και νομίσματα!» έλεγε στο πλήρωμά του.
«Θέλω να φέρω πίσω το φως που χάθηκε μια μέρα, όταν ο κόσμος ξέχασε να γελά!»

Ο Καπετάν Ίγκλις φορούσε πάντα καπέλο με φτερό παγωνιού, είχε ένα τηλεσκόπιο που έβλεπε τις σκέψεις των ανθρώπων, και στο χέρι του είχε έναν παλιό χάρτη — που αλλάζει κάθε φορά που λες μια αλήθεια.

Μαζί του ήταν η βοηθός του, η μικρή Αλίσια, ένα κορίτσι με πυξίδα στην καρδιά της. Η πυξίδα αυτή έδειχνε πάντα προς το μέρος όπου υπάρχει ελπίδα.

Στο ταξίδι τους συνάντησαν:

Νησιά που κοιμούνται,

Δελφίνια που μιλούν με ρίμες,

Και έναν παλιό γλάρο-σοφό που τους είπε:
«Ο ήλιος δεν είναι πάντα στον ουρανό. Μερικές φορές, πρέπει να τον βρεις μέσα σου.»

Μια μέρα, βρέθηκαν σε έναν τόπο σκοτεινό. Ο κόσμος εκεί είχε ξεχάσει το τραγούδι, την αγκαλιά, το παραμύθι. Οι κάτοικοι ζούσαν σε σκιές και δεν θυμόντουσαν καν ότι υπήρξε φως.

Η Αλίσια κοίταξε τον χάρτη.
Ήταν κενός.

Και τότε, ο Καπετάν Ίγκλις στάθηκε μπροστά σε όλους και είπε: «Ο Ήλιος είναι η Καλοσύνη. Είναι η Χαρά. Είναι όταν μοιράζεσαι ένα χαμόγελο!»

Ο χάρτης άρχισε να φωτίζει. Η πυξίδα χτύπησε δυνατά. Και τότε — ένας μικρός ήλιος γεννήθηκε στην παλάμη της Αλίσιας.

Τον πέταξαν στον ουρανό, και ο κόσμος έλαμψε ξανά!

Ο Ίγκλις σήκωσε το καπέλο του ψηλά:
«Ο ήλιος δεν είχε χαθεί. Εμείς είχαμε ξεχάσει να τον ανάβουμε!»


📜 Παραμύθι & εικόνα: © fairytalesworld.com
Για προσωπική χρήση μόνο – Απαγορεύεται η εμπορική αναδημοσίευση χωρίς άδεια.
Δες τους Όρους Χρήσης

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή