♦ Ήταν μια λαμπερή πρωινή μέρα στο λιβάδι. Ο μικρός λαγός, ο Λούλης, ξύπνησε νωρίς. Σήμερα δεν ήταν μια συνηθισμένη μέρα. Ήταν η πρώτη του μέρα στο σχολείο. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά.
«Κι αν δεν με συμπαθήσουν τα άλλα λαγουδάκια; Κι αν δεν ξέρω να απαντήσω; Κι αν μείνω μόνος μου;» αναρωτιόταν και τα αυτιά του έπεφταν από την αγωνία.
♦ Η μαμά του τον χάιδεψε απαλά. «Μην ανησυχείς, Λούλη. Όλα τα μικρά ζωάκια σκέφτονται τα ίδια. Σήμερα θα γνωρίσεις φίλους, θα μάθεις καινούρια πράγματα και θα παίξεις. Δεν χρειάζεται να τα ξέρεις όλα. Στο σχολείο πάμε για να μάθουμε, όχι για να τα ξέρουμε ήδη.»
♦ Στον δρόμο, ο Λούλης είδε το σκιουράκι με την τσάντα του να τρέμει. «Κι εσύ φοβάσαι;» τον ρώτησε.
«Λίγο…» παραδέχτηκε το σκιουράκι.
«Κι εγώ πολύ!» είπε ο λαγός. Και τότε χαμογέλασαν και οι δύο. Ήταν ωραίο να ξέρεις πως δεν είσαι μόνος.
♦ Όταν έφτασαν στην αυλή του σχολείου, είδαν κι άλλα ζωάκια. Το ελαφάκι κοιτούσε γύρω του διστακτικά, η πάπια έσφιγγε τη μαμά της από το φτερό, ακόμα και το αλεπουδάκι έμοιαζε σκεφτικό. Όλοι είχαν τις ίδιες ανησυχίες.
♦ Ξαφνικά, βγήκε η δασκάλα κουκουβάγια με τα μεγάλα, σοφά μάτια. «Καλώς ήρθατε, μικρά μου! Εδώ όλοι μαθαίνουμε, όλοι παίζουμε, όλοι κάνουμε λάθη και όλοι προσπαθούμε ξανά. Δεν υπάρχει λόγος να φοβάστε. Το σχολείο είναι σαν ένα μεγάλο δάσος γεμάτο μονοπάτια. Θα τα περπατήσουμε μαζί και ο καθένας θα βρει το δικό του.»
♦ Την πρώτη ώρα, ο Λούλης δίσταζε να μιλήσει. Μα όταν η κουκουβάγια ρώτησε «Ποιος θέλει να πει τι του αρέσει να κάνει;», εκείνος σήκωσε δειλά το χέρι. «Μου αρέσει να τρέχω γρήγορα και να παίζω κυνηγητό!» είπε.
«Κι εμένα!» φώναξε το ελαφάκι.
«Κι εμένα!» είπε το σκιουράκι.
Κι έτσι, με μια μικρή πρόταση, βρήκε αμέσως δύο φίλους.
♦ Στο διάλειμμα έπαιξαν όλοι μαζί. Έτρεξαν, γέλασαν, μοιράστηκαν το κολατσιό τους. Ο Λούλης ένιωσε την καρδιά του πιο ελαφριά. Ο φόβος του άρχισε να λιώνει σαν το χιόνι στον ήλιο.
♦ Όταν γύρισε σπίτι το μεσημέρι, ο Λούλης έτρεξε στην αγκαλιά της μαμάς του. Τα μάτια του έλαμπαν, και τα αυτιά του σηκώθηκαν όρθια από χαρά.
«Μαμά, ξέρεις τι έμαθα σήμερα;» είπε λαχανιασμένος.
«Τι έμαθες, καρδιά μου;» ρώτησε εκείνη χαμογελώντας.
♦ «Έμαθα πως όλοι φοβούνται την αρχή. Ακόμα κι εγώ. Ακόμα κι οι φίλοι μου. Αλλά αν αφήσεις τον φόβο να σε κρατήσει πίσω, χάνεις όλα τα όμορφα πράγματα που σε περιμένουν.
Κι όταν κάνεις το βήμα, ο φόβος μικραίνει, μικραίνει… ώσπου γίνεται τόσο δα μικρός, και στη θέση του μπαίνει η χαρά.»
♦ Η μαμά τον αγκάλιασε σφιχτά. «Αυτό είναι το μεγαλύτερο μάθημα που θα πάρεις ποτέ: να μην αφήνεις τον φόβο να σου κλείνει τον δρόμο. Γιατί πίσω από τον φόβο κρύβεται πάντα κάτι όμορφο που περιμένει να το ζήσεις.»
♦ Ο Λούλης έκλεισε τα μάτια του κι ένιωσε την καρδιά του ζεστή σαν τον ήλιο. Ήξερε πια ότι το σχολείο δεν ήταν μόνο μια τάξη. Ήταν μια μεγάλη περιπέτεια, γεμάτη φίλους, γέλια, παιχνίδια και όνειρα.
Και κάθε πρωί, αντί για φόβο, θα έπαιρνε μαζί του στο σακίδιο ένα χαμόγελο.
🌟 Ηθικό δίδαγμα :
Ο φόβος είναι η πόρτα. Το θάρρος είναι το κλειδί. Και πίσω από την πόρτα, υπάρχει πάντα κάτι όμορφο που αξίζει να το ζήσεις.
📜 Παραμύθι & εικόνα: © fairytalesworld.com
Για προσωπική χρήση μόνο – Απαγορεύεται η εμπορική αναδημοσίευση χωρίς άδεια.
Δες τους Όρους Χρήσης