Ο Τζακ και η Μαγική Φασολιά

♦ Σε ένα μικρό χωριό, στην άκρη του δάσους, ζούσε ο Τζακ με τη μητέρα του. Ήταν φτωχοί και το μόνο που είχαν ήταν μια αγελάδα που τους έδινε γάλα. Όταν η αγελάδα σταμάτησε να δίνει γάλα, η μητέρα του είπε: «Τζακ, πρέπει να την πουλήσουμε, αλλιώς δεν θα έχουμε να φάμε.» Πήγαινε αύριο στην πόλη να την πουλήσεις και εγώ θα πάω να μαζέψω ξύλα στο δάσος.

♦ Την επόμενη ημέρα λοιπόν ο Τζακ ξεκίνησε για την πόλη, στον δρόμο συνάντησε έναν παράξενο γέρο που του πρότεινε να του δώσει πέντε μαγικά φασόλια για να πάρει την αγελάδα. Ο γέρος του υποσχέθηκε ότι αυτά τα φασόλια θα αλλάξουν τη ζωή του. Ο Τζακ, γεμάτος περιέργεια, συμφώνησε.

♦ Όταν γύρισε σπίτι, η μητέρα του θύμωσε πολύ. «Φασόλια αντί για φαγητό; Σε κορόιδεψαν παιδί μου δεν το κατάλαβες;» του φώναξε και τα πέταξε από το παράθυρο. Ο Τζακ στεναχωρήθηκε πολύ για το λάθος που έκανε και πήγε κλαίγοντας στο δωμάτιο του.

♦ Το επόμενο πρωί, ο Τζακ ανοίγει το παράθυρο και τι να δει, εκεί που είχαν πέσει τα φασόλια, είχε φυτρώσει μια τεράστια φασολιά που ανέβαινε μέχρι τον ουρανό. Ο Τζακ χωρίς να το πολύ σκεφτεί αποφάσισε να σκαρφαλώσει. Ανέβαινε για ώρες, ώσπου πέρασε τα σύννεφα και είδε μπροστά του έναν τεράστιο, φωτεινό κόσμο.

♦ Στη μέση αυτού του ουράνιου κόσμου υψωνόταν ένα τεράστιο κάστρο, με πύλες τόσο μεγάλες όσο τα σπίτια. Ο Τζακ πλησίασε και χτύπησε. Μια καλοσυνάτη γυναίκα, η γυναίκα του γίγαντα, του άνοιξε την πόρτα.
«Γρήγορα, μπες μέσα,» του είπε. «Ο άντρας μου δεν πρέπει να σε δει γιατί θα σε φάει».

♦ Ξαφνικά ακούστηκαν βαριά βήματα. Ο γίγαντας μπήκε στο κάστρο και μύρισε τον αέρα. «Φη-φο-φα! Μυρίζομαι άνθρωπο!» φώναξε. Η γυναίκα του είπε: «Είναι η μυρωδιά του φαγητού που μαγείρεψα.»
Ο γίγαντας κάθισε στο τραπέζι και έφαγε. Έπειτα έβγαλε μια χρυσή κότα και της είπε «Γέννα!» και η κότα γέννησε ένα χρυσό αυγό. Μετά ο γίγαντας αποκοιμήθηκε στην καρέκλα του.

♦ Ο Τζακ, που κρυβόταν, είδε την κότα και σκέφτηκε ότι αυτή θα έσωζε τη μητέρα του από τη φτώχεια. Αθόρυβα την πήρε και έτρεξε πίσω στη φασολιά. Κατέβηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Η μητέρα του δεν πίστευε στα μάτια της όταν είδε το χρυσό αυγό.

♦ Μερικές μέρες αργότερα, ο Τζακ σκέφτηκε ότι μπορεί να υπάρχουν κι άλλοι θησαυροί στο κάστρο. Έτσι λοιπόν σκαρφάλωσε ξανά στη φασολιά και πήγε στο κάστρο. Η γυναίκα του γίγαντα τον άφησε να μπει, αλλά τον προειδοποίησε: «Αν σε δει, δεν θα γλιτώσεις αυτή τη φορά.»

♦ Ο γίγαντας γύρισε και αυτή τη φορά είχε μια μαγική άρπα που έπαιζε μουσική μόνη της. Ο ήχος της ήταν γλυκός σαν όνειρο. Όταν ο γίγαντας αποκοιμήθηκε, ο Τζακ την πήρε. Μα η άρπα άρχισε να τραγουδά δυνατά: «Κύριε! Με παίρνουν! Βοήθεια! »

♦ Ο γίγαντας ξύπνησε και είδε τον Τζακ να τρέχει. Άρχισε να τον κυνηγά, βγαίνοντας από το κάστρο και κατεβαίνοντας τη φασολιά. Ο άνεμος σφύριζε και τα σύννεφα έτρεχαν γύρω τους.

♦ Ο Τζακ έφτασε στο χώμα, φώναξε στη μητέρα του να του φέρει το τσεκούρι και άρχισε να κόβει τη φασολιά. Με έναν δυνατό θόρυβο, η φασολιά έπεσε και ο γίγαντας εξαφανίστηκε για πάντα.

♦ Από τότε, ο Τζακ και η μητέρα του ζούσαν ευτυχισμένοι, έχοντας την κότα και την άρπα. Ο Τζακ έμαθε πως το θάρρος μπορεί να φέρει πλούτη, αλλά και πως χρειάζεται να ξέρεις πότε να σταματάς.

🌱 Ηθικό δίδαγμα:

Η περιέργεια και το θάρρος ανοίγουν δρόμους, αλλά η σύνεση προστατεύει αυτά που αγαπάμε.


📜 Παραμύθι & εικόνα: © fairytalesworld.com
Για προσωπική χρήση μόνο – Απαγορεύεται η εμπορική αναδημοσίευση χωρίς άδεια.
Δες τους Όρους Χρήσης

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή