🌌 Σε μια πόλη που δεν κοιμόταν ποτέ, όπου οι άνθρωποι έτρεχαν χωρίς να κοιτάζουν ο ένας τον άλλο,
ζούσε ένα παιδί που το έλεγαν Μάγια.
Η Μάγια είχε μια απορία:
Γιατί οι μεγάλοι δεν ακούν;
Από μικρή ένιωθε ότι τα πράγματα της μιλούσαν.
Το δέντρο στην αυλή της, της έλεγε ιστορίες από τότε που ήταν σπόρος,
ο άνεμος της σφύριζε μυστικά από μακρινούς τόπους,
και το ποτάμι της μιλούσε για ταξίδια σε μέρη που δεν είχε δει ποτέ.
Μα κανείς δεν την πίστευε.
«Τα ποτάμια δεν μιλάνε, παιδί μου,» έλεγε η δασκάλα της.
«Οι πέτρες δεν έχουν ψυχή,» έλεγε ο πατέρας της.
«Είσαι ονειροπόλα,» γελούσε η μητέρα της.
Κι έτσι η Μάγια άρχισε να σωπαίνει.
Μα τα βράδια, όταν όλοι κοιμόντουσαν, καθόταν στο παράθυρο και ψιθύριζε στον άνεμο:
🕊️ «Αν κάποιος μπορεί να με ακούσει… ας μου δείξει ότι δεν τα έχω φανταστεί.»
Μια νύχτα, την ώρα που τα αστέρια έμοιαζαν να κρατούν την αναπνοή τους,
άκουσε κάτι — μια φωνή.
Ήταν απαλή και γλυκιά, σαν να μίλαγε το ίδιο το φως.
🌟 «Μάγια,» είπε. «Θα σου δείξω τον Κόσμο όπως ήταν πριν οι άνθρωποι ξεχάσουν να ακούν.»
Το φως έπεσε στα χέρια της και πήρε μορφή:
μια μικρή σφαίρα που έλαμπε σαν διαμάντι.
Μέσα της, στριφογύριζαν εικόνες — βουνά, ουρανοί, πέλαγα, δάση, παιδιά που γελούσαν.

Και τότε ο χρόνος λύγισε.
Η Μάγια βρέθηκε μέσα σ’ έναν κόσμο που δεν είχε πια όρια.
Κάθε βήμα της ακουγόταν σαν μελωδία,
και κάθε τι γύρω της — φύλλα, πουλιά, σύννεφα — τραγουδούσαν.
«Πού είμαι;» ρώτησε.
Και μια φωνή, γλυκιά σαν ρυάκι, απάντησε:
«Είσαι μέσα στην καρδιά του κόσμου.»
Ήταν μια νεράιδα, φτιαγμένη από φως και σκιά,
με μάτια που καθρέφτιζαν τη θάλασσα και τη φωτιά μαζί.
«Οι άνθρωποι κάποτε άκουγαν τα πάντα,» της είπε.
«Μπορούσαν να καταλάβουν τη χαρά των ποταμών, το τραγούδι των αστεριών,
ακόμα και τα δάκρυα των βράχων.
Μα όσο έχτιζαν, έτρεχαν και φοβούνταν, ξέχασαν να ακούν.
Τώρα, εσύ πρέπει να τους το θυμίσεις.»
«Εγώ;» ρώτησε η Μάγια. «Μα είμαι μόνο ένα παιδί!»
Η νεράιδα χαμογέλασε.
«Ακριβώς γι’ αυτό. Μόνο ένα παιδί μπορεί να κάνει τον κόσμο να θυμηθεί.»
Έτσι άρχισε το ταξίδι της.
Πέρασε μέσα από δάση γεμάτα με φως,
συνάντησε ζώα που της είπαν ιστορίες για τον πρώτο άνεμο,
και βουνά που έτρεμαν από τα γέλια όταν τα χάιδευε ο ήλιος.
Όπου περνούσε, ο κόσμος φαινόταν να ξυπνά.
Οι άνθρωποι σταματούσαν για λίγο να κοιτούν τα ρολόγια τους,
και κοίταζαν γύρω.
Άκουγαν τα παιδιά τους να γελούν και θυμούνταν ότι αυτός είναι ο πιο όμορφος ήχος στον κόσμο.
Και μια μέρα, η Μάγια στάθηκε μπροστά σε έναν καθρέφτη νερού.
Μέσα του είδε τον εαυτό της — αλλά όχι όπως ήταν.
Είδε τη φωνή της, να ταξιδεύει παντού,
να ξυπνά βουνά, να ζωγραφίζει ουρανούς, να ακουμπά καρδιές.
Η νεράιδα εμφανίστηκε ξανά.
«Τα κατάφερες,» είπε. «Ξύπνησες τη Φωνή του Κόσμου.»
Η Μάγια χαμογέλασε.
«Όχι εγώ. Εμείς. Εγώ απλώς άκουσα πρώτη.»
Όταν ξύπνησε στο δωμάτιό της, ήταν ξημέρωμα.
Ο άνεμος έπαιζε την κουρτίνα, το φως έπεφτε πάνω στο πρόσωπό της,
και έξω, ένα πουλί κελαηδούσε.
Χαμογέλασε.
«Σε ακούω,» ψιθύρισε.
Και κάπως έτσι, ο κόσμος ξαναβρήκε τη φωνή του.
Όχι με λόγια,
αλλά με αγάπη, προσοχή και σιωπή.
🌿 Ηθικό Δίδαγμα:
Ο κόσμος μιλάει — απλώς ξεχάσαμε να τον ακούμε.
Κάθε παιδί που ακούει με την καρδιά του, ξυπνά λίγο από το θαύμα που χάσαμε.
Και ίσως, γι’ αυτό να υπάρχουν τα παιδιά:
για να θυμίζουν στους μεγάλους πώς μιλά η ζωή. 🌎💫
📜 Παραμύθι & εικόνα: © fairytalesworld.com
Για προσωπική χρήση μόνο – Απαγορεύεται η εμπορική αναδημοσίευση χωρίς άδεια.
Δες τους Όρους Χρήσης