🌸 Κάποτε, στην άκρη ενός παλιού βασιλείου, υπήρχε ένα αρχοντικό με ψηλούς τοίχους και κλειστές πύλες. Κανείς δεν πλησίαζε εκεί, γιατί όλοι πίστευαν πως το σπίτι ήταν στοιχειωμένο. Μα πίσω από το αρχοντικό, καλά κρυμμένος, υπήρχε ένας κήπος ξεχασμένος, που κάποτε έσφυζε από ζωή. Τώρα, όλα μέσα του ήταν μαραμένα· τα δέντρα είχαν σιωπήσει, και τα λουλούδια είχαν ξεχάσει πώς να ανθίζουν.
♦ Στο αρχοντικό αυτό ήρθε μια μέρα ένα κοριτσάκι ονόματι Άρια. Ήταν μοναχικό παιδί, γεμάτο απορίες και σιωπές. Είχε χάσει τους γονείς της σε μια μακρινή χώρα, και την έστειλαν να μείνει εκεί με έναν θείο που δεν την επισκεπτόταν ποτέ. Όμως η Άρια είχε κάτι που κανείς άλλος δεν είχε — πίστευε στα θαύματα, ακόμα κι αν δεν τα είχε δει ποτέ.
♦ Ένα πρωινό, καθώς περπατούσε ανάμεσα στους φράχτες του κήπου, άκουσε ένα αχνό ψιθύρισμα. «Άρια… Άρια…». Το κορίτσι κοντοστάθηκε. «Ποιος είναι;» ρώτησε. Κανείς δεν απάντησε, μα τα ξεραμένα φύλλα άρχισαν να κινούνται απαλά, σαν να τα χάιδευε αόρατος άνεμος.
♦ Ακολουθώντας τον ήχο, η Άρια ανακάλυψε μια σκουριασμένη πόρτα σκεπασμένη με κισσό. Στο χώμα δίπλα της, βρήκε ένα μικρό χρυσό κλειδί. Το έβαλε στην κλειδαριά και… κλικ! Η πόρτα άνοιξε με έναν αναστεναγμό, σαν να ξυπνούσε από βαθύ ύπνο.

♦ Μπροστά της απλώθηκε ένας κήπος γεμάτος σκιά και σιωπή. Όμως, καθώς έκανε τα πρώτα της βήματα, ένας μικρός σπινθήρας φωτός εμφανίστηκε μπροστά της. Από το φως ξεπρόβαλε μια νεράιδα με φτερά που άστραφταν σαν δροσοσταλίδες.
— «Ποια είσαι;» ρώτησε η Άρια.
— «Είμαι η Νιλά, η νεράιδα αυτού του κήπου», απάντησε εκείνη. «Περίμενα πολλά χρόνια κάποιον που να πιστεύει ακόμα στο φως».
♦ Από εκείνη τη μέρα, η Άρια και η Νιλά έγιναν αχώριστες. Μαζί πότιζαν τα λουλούδια, τραγουδούσαν στα δέντρα και μιλούσαν με τα πουλιά. Κάθε φορά που γελούσε η Άρια, ένα νέο άνθος ξεπετιόταν από τη γη. Και κάθε φορά που η νεράιδα άγγιζε τα φύλλα, τα χρώματα του ουρανού κατέβαιναν στη γη.
♦ Οι μέρες έγιναν εβδομάδες, και ο κήπος άρχισε να μεταμορφώνεται. Οι πεταλούδες επέστρεψαν, τα τριαντάφυλλα γέμισαν άρωμα, και ένα μικρό συντριβάνι άρχισε πάλι να βγάζει νερό. Ήταν σαν η φύση να ξυπνούσε από όνειρο — γιατί κάποιος την είχε πιστέψει ξανά.
♦ Όμως, ένα βράδυ, η Άρια βρήκε τη Νιλά θλιμμένη.
— «Τι έχεις;» τη ρώτησε.
— «Ήρθε η ώρα να φύγω», της απάντησε η νεράιδα. «Η αποστολή μου τελείωσε. Ο κήπος ζει πια χωρίς τη μαγεία μου — χάρη στη δική σου καρδιά».
♦ Η Άρια δάκρυσε. «Μα πώς θα σε ξαναδώ;»
Η Νιλά χαμογέλασε. «Κάθε φορά που θα φυτεύεις ένα σπόρο με αγάπη, εγώ θα είμαι εκεί».
Και με ένα άγγιγμα, μεταμορφώθηκε σε λουλούδι του φωτός, που έμεινε για πάντα στο κέντρο του κήπου.
♦ Από τότε, οι άνθρωποι του χωριού έλεγαν πως, όταν περνάς τη νύχτα απ’ τον παλιό τοίχο, βλέπεις μέσα φως να ανασαίνει, κι ακούς παιδικά γέλια ανάμεσα στα λουλούδια. Γιατί ένας κήπος ξαναγεννήθηκε — κι η ελπίδα μαζί του.
🌸 Ηθικό δίδαγμα:
Όταν πιστεύεις στην ομορφιά, ακόμη και τα πιο ξεχασμένα πράγματα μπορούν να ξαναγεννηθούν.
📜 Παραμύθι & εικόνα: © fairytalesworld.com
Για προσωπική χρήση μόνο – Απαγορεύεται η εμπορική αναδημοσίευση χωρίς άδεια.
Δες τους Όρους Χρήσης