Το κοχύλι που άκουγε ευχές

🌊 Σ’ ένα μικρό νησί, ανάμεσα σε κύματα που μύριζαν αλάτι και ήλιο, ζούσε ένα αγόρι που το έλεγαν Νικόλα. Κάθε μέρα καθόταν στην ακροθαλασσιά και πετούσε πετραδάκια μέσα στη θάλασσα, λέγοντας μικρές ευχές: να βρει φίλους, να μεγαλώσουν τα δέντρα, να φυσάει ο άνεμος μόνο όταν ήθελε να παίξει με τον χαρταετό του… Δεν ζητούσε ποτέ πολλά — μόνο όσα μπορούσε να αγαπήσει.

◆ Μια μέρα, καθώς περπατούσε στην άμμο μετά από μια καταιγίδα, είδε κάτι να γυαλίζει. Ήταν ένα κοχύλι, μεγάλο και λευκό, με σχέδια σαν σπειροειδείς κύκλους που έμοιαζαν να κρύβουν μυστικά. Το σήκωσε προσεκτικά και το έβαλε στο αυτί του. Αντί να ακούσει το βουητό της θάλασσας, άκουσε μια απαλή φωνή:
«Μικρέ, αν η ευχή σου είναι αληθινή, εγώ θα την ακούσω… και η θάλασσα θα απαντήσει.»

◆ Ο Νικόλας έμεινε ακίνητος. Έκλεισε τα μάτια και ψιθύρισε:
«Εύχομαι να χαμογελούν όλοι στο νησί.»
Τότε, ένα απαλό αεράκι φύσηξε και τα κύματα σχημάτισαν μικρές καρδιές από αφρό. Οι άνθρωποι στο χωριό άρχισαν να γελούν χωρίς να ξέρουν γιατί. Η ευχή του είχε φτάσει στην καρδιά της θάλασσας.

◆ Από τότε, κάθε βράδυ ο Νικόλας καθόταν δίπλα στο νερό και έκανε ευχές. Μερικές φορές για τα ζώα, άλλες για τη βροχή και άλλες για τα παιδιά που φοβούνταν το σκοτάδι. Το κοχύλι, κάθε φορά, απαντούσε με μικρές θαλασσινές μαγείες: ένα αστέρι έπεφτε πιο κοντά, ένα ψάρι άστραφτε σαν φανάρι, ένα καράβι έβρισκε γρήγορα το δρόμο του…

◆ Μα το μυστικό δεν έμεινε κρυφό για πολύ. Κάποιοι στο χωριό έμαθαν για το κοχύλι και άρχισαν να ζητούν πράγματα — πολλά πράγματα.
«Να γίνω πλούσιος!» έλεγε ένας.
«Να αποκτήσω το πιο μεγάλο σπίτι!» ζητούσε άλλος.
Κι άλλος ψιθύριζε με μάτια άπληστα: «Να μη μοιραστώ τίποτα με κανέναν.»

◆ Η θάλασσα θόλωσε. Τα νερά της σκοτείνιασαν και τα κύματά της άρχισαν να φουσκώνουν με θυμό. Το κοχύλι βάρυνε στα χέρια του Νικόλα, που το ένιωσε να καίει.
«Οι ευχές που γεννιούνται από την απληστία, πνίγουν το φως της θάλασσας…» του είπε η φωνή.
Ο Νικόλας ένιωσε φόβο — όχι για τον εαυτό του, αλλά για τους ανθρώπους που είχαν ξεχάσει να εύχονται με την καρδιά.

◆ Τότε, στάθηκε μπροστά στο κύμα και σήκωσε το κοχύλι ψηλά.
«Θάλασσα,» φώναξε, «αν χρειάζεται να σωπάσουν οι ευχές για να θυμηθούμε την αγάπη, πάρε τη φωνή του κοχυλιού!»
Το κύμα σηκώθηκε σαν να τον άκουσε και, απαλά, πήρε το κοχύλι από τα χέρια του. Το νερό φωτίστηκε για λίγο, και ύστερα έγινε ξανά ήρεμο, ήσυχο, γαλάζιο.

◆ Την επόμενη μέρα, οι άνθρωποι βρήκαν στην ακτή μικρά όστρακα, διαφορετικά για τον καθένα — άλλα είχαν σχήμα καρδιάς, άλλα αστέρι, άλλα κύμα. Όταν τα κρατούσαν, ένιωθαν κάτι περίεργο: μια γαλήνη, μια ανάμνηση, σαν να τους θύμιζε να ζητούν λιγότερα και να αγαπούν περισσότερο.

◆ Ο Νικόλας καθόταν στην ακροθαλασσιά, κοιτώντας τον ορίζοντα. Ήξερε πως το κοχύλι δεν είχε χαθεί — απλώς κοιμόταν στον βυθό, περιμένοντας ξανά την πιο αγνή από όλες τις ευχές: εκείνη που δεν λέγεται με λόγια, αλλά με την καρδιά.


Ηθικό δίδαγμα: Η ευτυχία δεν κρύβεται στο πόσα αποκτάς, αλλά στο πώς μοιράζεσαι όσα έχεις. Οι ευχές που γεννιούνται από αγάπη γαληνεύουν τον κόσμο, ενώ εκείνες που γεννιούνται από εγωισμό τον ταράζουν σαν φουρτουνιασμένη θάλασσα. 🌊💫


📜 Παραμύθι & εικόνα: © fairytalesworld.com
Για προσωπική χρήση μόνο – Απαγορεύεται η εμπορική αναδημοσίευση χωρίς άδεια.
Δες τους Όρους Χρήσης

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή