🐚 Κάποτε, σε ένα μικρό ψαροχώρι που το χάιδευε ο άνεμος και το φώτιζε το φεγγάρι, ζούσε ένας γέρος ψαράς. Το όνομά του ήταν Αρίστος, κι είχε μάτια θαλασσιά, ίδια με τα νερά που ψάρευε. Όλη του τη ζωή την είχε περάσει μες στη θάλασσα — μιλώντας στα κύματα, μετρώντας τα άστρα και περιμένοντας πάντα εκείνο το μεγάλο ψάρι που δεν είχε πιάσει ποτέ.

♦ Τα χρόνια όμως πέρασαν, και οι ψαριές λιγόστεψαν. Οι άλλοι ψαράδες γέλαγαν μαζί του. «Άσε το, γέρο», του έλεγαν, « η θάλασσα δε σε θέλει πια», μα ο Αρίστος δεν απαντούσε. Κάθε πρωί, έβαζε στο καΐκι του το δίχτυ, το ψωμί του και ένα μικρό κοχύλι που κρατούσε πάντα πάνω στην καρδιά του. Ήταν το φυλαχτό του — δώρο από τη γυναίκα του, που είχε χαθεί χρόνια πριν.
♦ Ένα σούρουπο, καθώς ο ήλιος έδυε πίσω από τα νησιά, ο Αρίστος άνοιξε πανιά πιο μακριά από ποτέ. Ο άνεμος ήταν ήσυχος, κι η θάλασσα γυάλιζε σαν καθρέφτης. «Σήμερα», ψιθύρισε, «θα τη βρω τη φωνή της θάλασσας».
♦ Τη νύχτα, ένα αχνό τραγούδι άρχισε να πλέκεται μέσα στα κύματα. Ήταν μια φωνή γυναικεία, καθαρή και παράξενη, σαν να γεννιόταν απ’ το ίδιο το νερό. Ο Αρίστος κοίταξε γύρω του κι είδε ένα φως να τρεμοπαίζει κάτω απ’ το σκάφος του. Έσκυψε — και τότε την είδε. Μια γοργόνα με μακριά κόκκινα μαλλιά και μάτια σαν πράσινα κοχύλια.
♦ «Μη φοβάσαι, γέρο ψαρά», του είπε η γοργόνα, «ήρθα γιατί με κάλεσες. Εσύ που δε σταμάτησες ποτέ να πιστεύεις».
Ο Αρίστος έμεινε άφωνος. «Εγώ… σε κάλεσα;»
«Κάθε φορά που έριχνες τα δίχτυα σου και δεν έπιανες τίποτα, εγώ άκουγα την καρδιά σου. Ήθελες να γνωρίσεις τη θάλασσα, όχι να τη νικήσεις».
♦ Από τότε, η γοργόνα εμφανιζόταν κάθε νύχτα. Του μιλούσε για τα ρεύματα που έχουν ψυχή, για τα ψάρια που τραγουδούν κάτω απ’ την άμμο, και για τα αστέρια που πέφτουν στη θάλασσα για να ξαναγεννηθούν σαν πλάσματα του βυθού. Ο Αρίστος άκουγε, μάθαινε, κι ένιωθε ξανά νέος.
♦ Μα ένα βράδυ, μια καταιγίδα ξέσπασε. Ο ουρανός άνοιξε στα δύο και τα κύματα σηκώθηκαν ψηλότερα απ’ τα πανιά του καϊκιού. Ο Αρίστος πάλευε με τα σχοινιά, μα ένα τεράστιο ρεύμα τον τράβηξε στα βαθιά. «Θάλασσα, μην με πάρεις!» φώναξε.
♦ Τότε, ένα λαμπερό φως τύλιξε το νερό — η γοργόνα είχε έρθει. Άπλωσε τα χέρια της κι ο άνεμος σταμάτησε. «Η θάλασσα δεν παίρνει, ψαρά… μόνο δοκιμάζει εκείνους που αγαπά», του είπε. Και τον οδήγησε ως μια υποθαλάσσια σπηλιά γεμάτη φως.
♦ Εκεί, στο κέντρο της σπηλιάς, βρισκόταν μια πηγή που έλαμπε σαν αστέρι. «Αυτό είναι το Νερό της Πίστης», του είπε η γοργόνα. «Όποιος το αγγίξει, δεν ζητά πια να κατακτήσει τη ζωή, αλλά να τη μοιραστεί». Ο Αρίστος βούτηξε τα χέρια του στο νερό — κι ένιωσε τη θάλασσα να τον πλημμυρίζει.

♦ Όταν ξύπνησε, το καΐκι του είχε βγει ξανά στα ρηχά. Οι ψαράδες του χωριού έτρεξαν κοντά του. «Ζεις!» του φώναζαν. Μα ο Αρίστος δεν μίλησε — μόνο χαμογέλασε. Από εκείνη τη μέρα, δεν ψάρευε πια για να πουλήσει, αλλά για να δίνει. Μοίραζε τα ψάρια του στα παιδιά και στους φτωχούς, και κάθε βράδυ κοιτούσε τη θάλασσα με ένα βλέμμα γεμάτο φως.
♦ Κάποιοι λένε πως, τα βράδια με πανσέληνο, βλέπουν ακόμη μια γοργόνα να τραγουδά πάνω στα βράχια. Κι αν στήσεις αυτί, θα ακούσεις έναν ψίθυρο που λέει:
«Η θάλασσα δεν σου ανήκει, μα μπορεί να σε αγαπήσει — αν πρώτα την αγαπήσεις εσύ».
🩵 Ηθικό δίδαγμα:
Η αληθινή δύναμη δεν βρίσκεται στην κατάκτηση, αλλά στην αγάπη και στην υπομονή που δείχνεις για ό,τι αγαπάς.
📜 Παραμύθι & εικόνα: © fairytalesworld.com
Για προσωπική χρήση μόνο – Απαγορεύεται η εμπορική αναδημοσίευση χωρίς άδεια.
Δες τους Όρους Χρήσης