Ο Αλαντίν και το δάκρυ του φωτός

Στην καρδιά της παλιάς πόλης, εκεί που οι αγορές μοσχοβολούν κανέλα, γιασεμί και ζεστό μέλι, ο Αλαντίν περπατούσε πλάι στην πριγκίπισσα Γιασμίν, κρατώντας το μαγικό του λυχνάρι κάτω από το μανδύα του. Είχαν περάσει χρόνια από τότε που ο Αλαντίν ήταν ένας απλός μικροαπατεώνας. Πλέον ήταν σοφός, με την καρδιά ενός παιδιού και την εμπειρία ενός ήρωα.

Όμως, τελευταία, ο κόσμος άλλαζε. Τα αστέρια άναβαν λιγότερο, τα χαλιά δεν πετούσαν όπως παλιά και οι ευχές δεν κρατούσαν όσο παλιά. Ο Τζίνι, ο φίλος του από το λυχνάρι, εμφανιζόταν πια μόνο όταν κάτι πολύ σημαντικό συνέβαινε.

Κι αυτό ακριβώς έγινε εκείνο το βράδυ…

Ένα άστρο έπεσε με λάμψη τόσο δυνατή που ξύπνησε τα περιστέρια απ’ τους τρούλους. Ο ουρανός μαύρισε για λίγα λεπτά. Κι ύστερα, ο Τζίνι εμφανίστηκε με το γνωστό του στροβίλισμα και τη γαλάζια του λάμψη πιο αχνή από ποτέ.

— Αλαντίν, κάτι κακό πλησιάζει. Η Ιστορία κινδυνεύει. Το Δάκρυ του Φωτός, το πρώτο αστέρι που γέννησε τα όνειρα του κόσμου, έχει κλαπεί.Ο Αλαντίν κοίταξε την πριγκίπισσα. Εκείνη κατάλαβε χωρίς να μιλήσει. Όπου κι αν ήταν το Δάκρυ, έπρεπε να το βρουν.

Το ταξίδι τους άρχισε στον Ναό των Σκιών, όπου κάθε πόρτα έδειχνε έναν φόβο. Ο Αλαντίν πέρασε μπροστά από καθρέφτες που του έδειχναν τον εαυτό του όπως ήταν παλιά — μόνος, φοβισμένος, φτωχός. Μα δεν λύγισε. Γιατί τώρα, είχε κάτι δυνατότερο: την αλήθεια.

Στην Πόλη των Χιλίων Ουρανών, οι κάτοικοι είχαν ξεχάσει πώς είναι να ονειρεύεσαι. Οι τοίχοι ήταν γκρι, τα τραγούδια σιωπηλά. Εκεί, ο Αλαντίν γνώρισε ένα μικρό παιδί, τον Σάφιρ, που ακόμα θυμόταν μια ιστορία για το Δάκρυ του Φωτός. Του έδωσε ένα παλιό μωσαϊκό: πάνω του, μια γραφή που δεν έσβηνε ποτέ. «Η πραγματική ευχή είναι αυτή που κάνεις για τους άλλους.»

Στο τέλος του ταξιδιού, έφτασαν στην Κοιλάδα των Χαμένων Ευχών. Το μέρος ήταν σιωπηλό, σαν ο χρόνος να είχε σταματήσει. Εκεί, μέσα σε μια γυάλινη σφαίρα, φυλαγμένο από μια αρχαία μαγεία, ήταν το Δάκρυ του Φωτός — ένα μικρό, αστραφτερό πετράδι που έλαμπε από μέσα, σαν να κουβαλούσε μέσα του παιδικά όνειρα, τραγούδια, γέλια, αγάπες που δεν ειπώθηκαν ποτέ.

Μα το Δάκρυ δεν μπορούσε να το πάρει κανείς. Ήταν φυλαγμένο από ένα ξόρκι που έσπαγε μόνο με μια πράξη αληθινής γενναιοδωρίας.

Ο Αλαντίν πήρε το λυχνάρι. Θα έκανε μια τελευταία ευχή. Όχι για πλούτη, ούτε για δύναμη. Μονάχα αυτό:

— Εύχομαι το Δάκρυ να γυρίσει στον ουρανό… ακόμα κι αν εγώ ξεχαστώ για πάντα.

Ο Τζίνι δάκρυσε. Και για πρώτη φορά, το μαγικό λυχνάρι έλαμψε χωρίς φωτιά, μόνο με φως.

Το Δάκρυ πέταξε ψηλά, και το φως του γέμισε ξανά τον κόσμο. Τα χαλιά πέταξαν πάλι, οι ευχές ξαναγίναν σπόροι θαυμάτων, και ο Τζίνι απέκτησε τη δική του μορφή — χωρίς λυχνάρι.

Ο κόσμος ξαναγέμισε παραμύθια.

Κι ο Αλαντίν; Δεν ξεχάστηκε ποτέ. Κάθε βράδυ, όταν πέφτει ένα αστέρι, κάποιος ψιθυρίζει ένα «ευχαριστώ» στον αέρα, κι ένα παιδί κάπου στον κόσμο ονειρεύεται ότι πετά με μαγικό χαλί…


📜 Παραμύθι & εικόνα: © fairytalesworld.com
Για προσωπική χρήση μόνο – Απαγορεύεται η εμπορική αναδημοσίευση χωρίς άδεια.
Δες τους Όρους Χρήσης

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή