✨ Κάποτε, σε ένα βασίλειο όπου ο ήλιος είχε ξεχάσει να ανατείλει, βασίλευαν ο Βασιλιάς Μενέλαος και η Βασίλισσα Σελίνα. Μια παλιά κατάρα είχε καλύψει τον ουρανό με αιώνια νύχτα. Η χώρα ζούσε στο φως των αστεριών και των λυχναριών, και οι άνθρωποι είχαν αρχίσει να ξεχνούν τι σημαίνει φως της ημέρας.
¶ Στο παλάτι γεννήθηκε ένα κορίτσι, η Πριγκίπισσα Κλεοπάτρα, που μεγάλωσε γνωρίζοντας μόνο το σκοτάδι. Ήταν ένα παιδί ήσυχο και ονειροπόλο, που κάθε νύχτα ζωγράφιζε με κιμωλίες μικρούς ήλιους πάνω στις πέτρες του κήπου. Δίπλα της, πάντα, η σοφή της γάτα, η Σίσσυ, που δεν νιαούριζε ποτέ χωρίς λόγο.
¶ Ο λαός είχε συμβιβαστεί με τη νύχτα. Μα η Κλεοπάτρα, όταν ρωτούσε για το φως, όλοι της απαντούσαν πως “ήταν απλώς ένας θρύλος”. Κανείς δεν πίστευε πια στην μέρα.
¶ Ένα βράδυ, καθώς καθόταν στο παλιό θερμοκήπιο του παλατιού, η Κλεοπάτρα είδε ανάμεσα στα μαραμένα άνθη ένα μικρό, φωτεινό πλάσμα. Ήταν μια νεράιδα. Ονομαζόταν Φελίνα και έλαμπε σαν πρωινή δροσιά.
¶ «Κλεοπάτρα,» της είπε η νεράιδα, «το φως δεν χάθηκε. Κρύφτηκε και θα επιστρέψει μόνο όταν φυτρώσει ξανά το Ρόδο του Ουρανού.»
¶ Το Ρόδο αυτό δεν φυτρώνει σε χώμα, μα στην καρδιά εκείνου που ελπίζει, ακόμη κι όταν όλα μοιάζουν χαμένα. Η Πριγκίπισσα κατάλαβε αμέσως πως έπρεπε να το αναζητήσει.
¶ Πήρε τη Σίσσυ στην αγκαλιά της και άφησε το παλάτι. Το μονοπάτι που της έδειξε η Φελίνα ήταν γεμάτο σκιές: δέντρα που ψυθύριζαν, λίμνες που καθρέφτιζαν αναμνήσεις και πλάσματα που την δοκίμαζαν.
¶ Στο Δάσος της Σιωπής, η Κλεοπάτρα αναγκάστηκε να περάσει μια δοκιμασία: να ακούσει τις σκέψεις της, χωρίς να τις διώξει. Φοβήθηκε. Πίστεψε πως είναι μικρή και πως δεν μπορεί να το κάνει. Αλλά η γατούλα της τρίφτηκε απαλά στο πόδι και η νεράιδα Φελίνα της ψιθύρισε: «Αν δεν μπορείς να βρεις το φως έξω… ψάξ’ το μέσα σου.»
¶ Τότε, από τα δάκρυά της φύτρωσε ένα φως. Ένας σπινθήρας. Ένα μικρό ροδοπέταλο που έλαμψε στο στήθος της. Ήταν η αρχή του Ρόδου.
¶ Η Κλεοπάτρα συνέχισε με θάρρος. Σκαρφάλωσε ένα πολύ ψηλό βουνό, πέρασε από το Γεφύρι των Ξεχασμένων Υποσχέσεων και έφτασε στην Άκρη του Ουρανού.
¶ Εκεί, με τη βοήθεια της Φελίνας και της Σίσσυς, φύτεψε το ροδοπέταλο στο χώμα που δεν υπήρχε, ήταν απλώς ουρανός και επιθυμία.
¶ Και τότε… κάτι συνέβη.
¶ Ένα άστρο έπεσε. Η νύχτα τρεμόπαιξε. Ο ουρανός άρχισε να ροδίζει. Και το Ρόδο του Ουρανού άνθισε – ένα άνθος από φως, με πέταλα διάφανα σαν αυγή και καρδιά που χτυπούσε σαν παιδικό όνειρο.
¶ Το φως εξαπλώθηκε σαν ανάσα. Οι πολίτες κοίταξαν ψηλά και είδαν τον πρώτο ήλιο μετά από εκατό χρόνια. Ο Βασιλιάς και η Βασίλισσα ξύπνησαν από τη μαγεία και οι καμπάνες ήχησαν όχι για πόνο ή πόλεμο, μα για το φως.
¶ Η Κλεοπάτρα δεν έγινε μόνο βασίλισσα. Έγινε φύλακας της μέρας. Και κάθε πρωί, έμπαινε στον κήπο με τη Σίσσυ και φρόντιζε το Ρόδο του Ουρανού, που πια φύτρωνε ξανά κάθε φορά που ένα παιδί πίστευε στο αδύνατο.
¶ Γιατί έτσι γυρνάει το φως στον κόσμο.
¶ Όχι με ξόρκια. Μα με ελπίδα. Και με ένα κορίτσι που αρνήθηκε να πιστέψει πως η νύχτα ήταν το τέλος της ιστορίας.
✨ Αφιερωμένο στην μικρή μου φίλη Κλεοπάτρα ✨
📜 Παραμύθι & εικόνα: © fairytalesworld.com
Για προσωπική χρήση μόνο – Απαγορεύεται η εμπορική αναδημοσίευση χωρίς άδεια.
Δες τους Όρους Χρήσης