Η Κοκκινοσκουφίτσα

🧺 Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε ένα μικρό κορίτσι που όλοι την φώναζαν Κοκκινοσκουφίτσα, γιατί φορούσε πάντα μια κόκκινη κάπα με κουκούλα που της είχε ράψει η γιαγιά της με αγάπη. Ήταν καλόκαρδη, γελαστή και βοηθούσε πάντα τους άλλους.

♦ Ένα πρωί, η μητέρα της της έδωσε ένα καλάθι με ψωμί, μαρμελάδα και βότανα και της είπε:
— «Πήγαινε στη γιαγιά σου στο δάσος, είναι λίγο άρρωστη. Αλλά πρόσεχε! Μην βγεις από το μονοπάτι και μη μιλάς σε αγνώστους!»

♦ Η Κοκκινοσκουφίτσα ξεκίνησε γεμάτη χαρά, τραγουδώντας, με το καλάθι με τα πράγματα στο χέρι. Το δάσος ήταν ήσυχο και φωτεινό, κι εκείνη χάζευε τα λουλούδια, τα πουλιά και τις πεταλούδες.

♦ Ξαφνικά, ανάμεσα στα δέντρα, εμφανίστηκε ένας μεγάλος, γκρίζος λύκος με μάτια που γυάλιζαν και χαμόγελο ψεύτικα ευγενικό.
— «Πού πας, μικρή μου;» ρώτησε με γλυκιά φωνή.
— «Στη γιαγιά μου που μένει στο σπιτάκι με τη σκεπή από βρύα!» απάντησε η Κοκκινοσκουφίτσα αθώα.

♦ Ο λύκος γρύλισε από μέσα του: «Αν φτάσω πρώτος, θα την φάω! Ή καλύτερα… και τις δυο!»
Έκανε πως φεύγει και έτρεξε σαν αστραπή από ένα μυστικό μονοπάτι που μόνο τα ζώα γνώριζαν μέσα στο δάσος.

♦ Όταν έφτασε στο σπίτι της γιαγιάς, χτύπησε απαλά την πόρτα.
— «Ποιος είναι;» ρώτησε η γιαγιά.
— «Εγώ, η Κοκκινοσκουφίτσα!» απάντησε με ψεύτικη φωνή.
Η γιαγιά κατάλαβε πως κάτι δεν πήγαινε καλά, αλλά δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Ο λύκος μπήκε μέσα, την έκλεισε σε μια μεγάλη ντουλάπα και φόρεσε τα ρούχα της.

♦ Λίγο αργότερα, η Κοκκινοσκουφίτσα έφτασε στο σπίτι και παραξενεύτηκε. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη, και το φως χαμηλό. Μπήκε διστακτικά.
— «Γιαγιά;»
— «Έλα μέσα, παιδί μου…» είπε ο λύκος με βραχνή φωνή από το κρεβάτι.

♦ Η Κοκκινοσκουφίτσα πλησίασε και κοίταξε τον λύκο που είχε κουκουλωθεί με την κουβέρτα.
— «Γιαγιά… τι μεγάλα αυτιά έχεις!»
— «Για να σ’ ακούω καλύτερα παιδί μου!»
— «Και τι μεγάλα μάτια!»
— «Για να σε βλέπω καλύτερα!»
— «Και τι μεγάλα δόντια!»
— «ΓΙΑ ΝΑ ΣΕ ΦΑΩ ΚΑΛΥΤΕΡΑ!» φώναξε ο λύκος και πήδηξε από το κρεβάτι.

♦ Η Κοκκινοσκουφίτσα έτρεξε να ξεφύγει, φωνάζοντας για βοήθεια. Εκείνη τη στιγμή, ένας ξυλοκόπος που περνούσε από το δάσος άκουσε τις φωνές και έτρεξε στο σπιτάκι. Μπήκε μέσα με το τσεκούρι του και φώναξε:
— «Σταμάτα, λύκε!»

♦ Ο λύκος φοβήθηκε και προσπάθησε να φύγει, αλλά ο ξυλοκόπος τον πρόλαβε. Δεν τον πλήγωσε — τον έδιωξε βαθιά μέσα στο δάσος και του είπε:
— «Δεν θα πειράξεις ξανά κανέναν!»
Έπειτα άνοιξε τη ντουλάπα και βρήκε μέσα τη γιαγιά, τρομαγμένη μα καλά στην υγεία της.

♦ Η Κοκκινοσκουφίτσα έκλαψε από χαρά και αγκάλιασε σφιχτά τη γιαγιά της.
— «Συγγνώμη που μίλησα σε ξένο…»
— «Κι εγώ συγγνώμη που δεν ήμουν πιο προσεκτική,» είπε η γιαγιά.

♦ Κάθισαν όλοι μαζί στο τραπέζι, έφαγαν το φρέσκο ψωμί και γέλασαν. Η Κοκκινοσκουφίτσα υποσχέθηκε πως από δω και πέρα, θα ακούει τις συμβουλές της μαμάς της.

♦ Από εκείνη τη μέρα, έγινε πιο προσεκτική, πιο γενναία, και πολύ πιο σοφή. Το δάσος παρέμεινε μαγικό — αλλά εκείνη ήξερε πια να ξεχωρίζει το καλό από το κακό.

♦ Γιατί, όπως λένε και τα παραμύθια: Η καλοσύνη είναι σπουδαία, μα όταν συνοδεύεται από εξυπνάδα… γίνεται δύναμη αληθινή.


📜 Παραμύθι & εικόνα: © fairytalesworld.com
Για προσωπική χρήση μόνο – Απαγορεύεται η εμπορική αναδημοσίευση χωρίς άδεια.
Δες τους Όρους Χρήσης

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή